5/12/11

Από το αναγνωστικό ημερολόγιο: οι δύο J.F. και το αουτσάιντερ, #3

Κεφάλαιο 2ο: ο δεύτερος J.F.
Ναι, ξέρω, σα να έχει παρατραβήξει αυτό το πράμα με τα συγκεκριμένα ποστ, που σας τα σερβίρω με καθυστερήσεις, αλλά, ας πούμε, τα άστρα δεν είναι ευνοϊκά, ούτε οι συνθήκες της ζωής μου (για ράιτ, τώρα προσπαθώ να σας πείσω ότι έχω και ζωή), τα πράγματα τρέχουν και σε αναγκάζουν να τρέξεις κι εσύ ακόμα κι αν πιστεύεις ότι είσαι ακίνητος· είναι μέρες που στοχάζομαι (χαρ χαρ χαρ) για τη ματαιότητα των πάντων - εδώ ο κόσμος χάνεται, η χώρα είναι στη μηχανική υποστήριξη κι εγώ κάθομαι και σας αναλύω (ή νομίζω ότι σας αναλύω) περί λογοτεχνίας· γιατί; ποιος ο σκοπός; ποιο το όφελος; πόσο ακόμα ρε παιδί μου θα κοπανάς τα πληκτρολόγια φορ δε λοβ οβ δε γκέιμ, τη χρεοκοπία σου μέσα;

Από την άλλη, θα μου πείτε, σε έναν τέτοιο κόσμο είναι που θα αποδείξει η λογοτεχνία τη χρησιμότητά της, αν εντέλει έχει χρησιμότητα. Σ’ αυτόν τον μισοδιαλυμένο κόσμο των απολύσεων, των αλλεπάλληλων μειώσεων μισθών για τους πιο τυχερούς, στον κόσμο όπου ίσως θα μπορέσουμε να διαβάσουμε όσα βιβλία στοιβάξαμε στις βιβλιοθήκες μας αδιάβαστα επειδή, πια, δεν θα έχουμε άλλη επιλογή. (Σύμφωνα με κάποιους, αμέσως μετά την ανάγνωση τα βιβλία θα χρησιμοποιούνται ως καύσιμα σε αυτοσχέδια τζάκια.)

Αισιοδοξία. Χαρά κι αγάπη ολ δε γουέι. Ναι, στάνταρ. Κι έπειτα ξυπνήσαμε κι ήμασταν ξεσκέπαστοι και τριγύρω μας ένα πλήθος με ιατρικές μάσκες: σήμερα πεθαίνει-αύριο πεθαίνει. Γουατέβα, δεν ήρθατε εδώ για πολιτικές αναλύσεις ούτε για να μιζεριάσετε ακόμα περισσότερο. Ήρθατε για να διαβάσετε το τρίτο μέρος αυτής της σειράς ποστ. Θα το έχετε ρε.

[Για όσους συντονίστηκαν τώρα, o πρόλογος και o πρώτος J.F.]

Πριν τον δεύτερο J.F.: προσθήκες σχετικές με τον πρώτο
[Όπου η Μ. ανακαλύπτει περιχαρής ότι δεν είναι μόνη της σ’ αυτή τη δύσκολη ανηφορική πορεία προς τη λογοτεχνική αλήθεια (χρεώστε αυτή τη φράση σε εβδομάδες αντιβίωσης)· και όπου καταγράφονται μερικές ακόμα σκέψεις για τον Franzen και τον Wallace, και προστίθεται στην εξίσωση ο Jeffrey Eugenides]

Πριν από μερικές μέρες βρέθηκα να συζητάω με γουαλασιστή-πιντσονιστή και δεν συμμαζεύεται (ναι! υπάρχουν κι άλλοι! δεν είναι μόνο ο φανταστρουμφικά συνταρακτικός και θεσπέσιος Γ.), ο οποίος, παρότι εκτιμά το The Corrections -στο εξής C.- περισσότερο απ’ τη σκατόκαρδη γιορς τρούλι, συνόψισε εξαιρετικά το βασικότερο πρόβλημα που με εμποδίζει να συμμεριστώ την περί τον Franzen φρενίτιδα των καιρών μας: ο Franzen έχει καταλήξει να γράφει μιντλμπρόου, που από μόνο του δεν είναι, ίσως, πρόβλημα, αλλά μετατρέπεται σε τέτοιο όταν προσπαθεί να το θεμελιώσει θεωρητικά σαν χάιμπροου (μιλώντας για την ανάγκη επιστροφής της λογοτεχνίας στην ανθρωπιά που της στέρησε ο μεταμοντερνισμός) κι όταν ο λογοτεχνικός περίγυρος το υποδέχεται ως τέτοιο - πρόβλημα που επίσης μπορεί να διαγνωστεί σε άλλον εξέχοντα εκπρόσωπο αυτής της γενιάς, τον Jeffrey Eugenides. Σύμφωνα με τον συνομιλητή μου (και τουλάχιστον ως προς τον Eugenides, έχοντας διαβάσει, πλέον, και το The Marriage Plot -στο εξής M.P.-, τείνω να συμφωνήσω· για τον Franzen κρατάω μια επιφύλαξη μη έχοντας ολοκληρωμένη προσωπική άποψη για το μισοξεφυλλισμένο μονάχα Freedom -στο εξής F.- και μη έχοντας διαβάσει τα πρo C. έργα του), η μετατόπιση των δύο, τα αποτελέσματα της οποίας είναι περισσότερο ορατά στα τελευταία βιβλία τους, οφείλεται στη βαριά σκιά του David Foster Wallace: και οι τρεις ξεκίνησαν ως παιδιά του κλασικού αμερικάνικου τετρακέφαλου (Pynchon, DeLillo, Roth, McCarthy) και υποψήφιοι διάδοχοι, μόνο που για κακή τύχη όλων ο Wallace πρόλαβε από πολύ νωρίς να γράψει το μεταμοντέρνο του αριστούργημα (το Infinite Jest, στο εξής I.J.) και να κατσικωθεί μεγαλοπρεπώς στο θρόνο του μεταμοντερνισμού, με αποτέλεσμα οι άλλοι δύο να αναγκαστούν να οπισθοδρομήσουν προς έναν ρεαλισμό που προσιδιάζει στον 19ο αιώνα όχι επειδή τον θεωρούν αναγκαίο και κρίσιμο, αλλά επειδή απλώς αναγνωρίζουν ότι στο μεταμοντέρνο γήπεδο κυριαρχεί ο Wallace και ομολογούν είτε την αδυναμία τους, είτε την απροθυμία τους να τον νικήσουν στην έδρα του. Στα έργα που ακολούθησαν, υπό τη σκιά πάντα του I.J. -το C. για τον Franzen και το Middlesex [1], στο εξής M., για τον Eugenides- είναι ακόμα ορατή μια αμφιθυμία ως προς αυτήν την πορεία, η οποία πλέον ολοκληρώνεται με όχι ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα στο F. και στο M.P.

Στο μεταξύ, ως γνωστόν, ο Wallace αυτοκτόνησε μην έχοντας ολοκληρώσει το μετά το I.J. μεγάλο έργο του, και τυλιγμένος τον μανδύα του θανάτου μετατράπηκε οριστικά σε μύθο και, για κάποιους, σε αγιογραφία, με όλα τα αρνητικά και υπερβολικά που αυτό συνεπάγεται. Το αν το Pale King -στο εξής P.K.- θα μπορούσε να ξεπεράσει το I.J. είναι ένα ερώτημα που εκ των πραγμάτων δεν γίνεται να απαντηθεί με ακρίβεια και σιγουριά: με βάση το υλικό, η γιορς τρούλι θεωρεί ότι θα μπορούσε, όμως αυτή είναι μια μη αποδείξιμη θεωρία (εξίσου καταδικασμένο να μείνει δίχως οριστική απάντηση είναι, νομίζω, και το ερώτημα του ακριβούς ρόλου που έπαιξε η δυσκολία ολοκλήρωσης του P.K. στην αυτοκτονία του Wallace). Το γεγονός είναι ότι και οι τρεις -ο Wallace, ο Franzen, ο Eugenides- βρέθηκαν, περίπου την ίδια εποχή και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, να μην μπορούν να προχωρήσουν ικανοποιητικά τη συγγραφή του επόμενου βιβλίου. Ο Wallace βγήκε εκτός μάχης με τραγικό τρόπο, κι αυτό φαίνεται να έπαιξε μεγάλο ρόλο στο πώς συνέχισαν οι άλλοι δύο: ο Franzen έχει πει ότι με τον θάνατο του Wallace άρχισε να γράφει πυρετωδώς -μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αν ο Wallace δεν πέθαινε, δεν θα είχαμε το F., και είναι φανερό σ’ αυτό το πλαίσιο ότι το F. δεν είναι βιβλίο δεκαετίας τελικά-, κι όσο για τον Eugenides, το μόνο που χρειάζεται να ειπωθεί επ’ αυτού -πέραν του ότι με βάση το πώς είναι γραμμένο, όπως συμφώνησε κι ο συνομιλητής μου, δεν μπορεί ούτε κι αυτό να θεωρηθεί βιβλίο δεκαετίας, αφού μοιάζει να ολοκληρώθηκε πολύ πιο γρήγορα και πιο πρόχειρα- είναι το όνομα Leonard. Δηλαδή εντάξει, πρέπει να ειπωθούν μερικά πράγματα ακόμα, αλλά όλα αφορούν τον Leonard του M.P., και άρα τον David Foster Wallace: ο Leonard, για παράδειγμα, φοράει μπαντάνα [2], μασάει ταμπάκο, ονειρεύεται να γίνει επίθετο (όπως πιντσονικός, για παράδειγμα - το συγκεκριμένο απόσπασμα μυρίζει Wallace από μακριά), είναι μανιοκαταθλιπτικός και, σ’ ένα μέρος του βιβλίου που είναι, εμφανέστατα νομίζω, μια προσπάθεια -λογοτεχνικά απολύτως νόμιμη, να εξηγούμεθα- ευγενιδικής διαχείρισης γουαλασικού υλικού, επιδίδεται σε έναν εξαντλητικό μαραθώνιο αλλεπάλληλων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων προσπαθώντας να κρατήσει τα κομμάτια του ενωμένα (The Depressed Person, ένιουαν;). Στο δημοτικό, θυμάμαι, σε τέτοιες περιπτώσεις ρωτούσαμε ρητορικά: Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Είτε δεχτούμε τη συγκεκριμένη ερμηνεία στην ολότητά της είτε όχι (και είναι πάντα μια θεωρία, φυσικά, δεν είμαστε στο μυαλό τους για να καταλάβουμε 100% τι γίνεται), αυτό που δεν μπορούμε να μην πάρουμε υπόψη μας είναι ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ τους επέδρασε, έως έναν βαθμό τουλάχιστον, στη συγγραφική διαδρομή του καθενός (μαζί με το πλαίσιο που προσπάθησα να περιγράψω στα προηγούμενα ποστ). Δεν γράφεις μόνος σου, σε μια γυάλα: γράφεις σε ένα πολύπλοκο λογοτεχνικό περιβάλλον, στη σκιά των λογοτεχνικών σου πατεράδων, στη σκιά των συγχρόνων σου, και υπολογίζοντας, ταυτόχρονα, μέχρι που μπορεί να φτάσει η δική σου σκιά.

Ο δεύτερος J.F.
[Όπου συζητιέται η πιθανότητα ο Joshua Ferris να είναι ο χαμένος μικρός αδελφός του Jonathan Franzen· γίνεται η νιοστή αναφορά από το βήμα αυτού του τίμιου και σεπτού μπλογκ στη λίστα 20 under 40 του New Yorker· αναπτύσσεται η προβληματική ενός άντρα που ξεχύνεται στο δρόμο και περπατάει χωρίς σταματημό (ομοιότητες με τη μπλόγκερ που ανοίγει τον μπράουζερ και αρχίζει να γράφει χωρίς σταματημό είναι τυχαίες)] 
[pic]

Μερικά βιβλία πιο πριν, είχα βρεθεί να διαβάζω το μυθιστόρημα ενός τύπου που θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεωρηθεί ο μικρός αδελφός του Franzen (έχω κολλήσει εδώ και βδομάδες στο ότι έχουν τα ίδια αρχικά -οι δύο J.F. του τίτλου του ποστ-, κι έχω την αίσθηση ότι φατσικά φέρνουν ο ένας του αλλουνού, με τον μικρό να δείχνει, κατά τη γνώμη της γιορς τρούλι τουλάχιστον, πιο χαριτωμένα νέρντι και λιγότερο δυσκοίλιος από τον Franzen, ο οποίος σε αρκετές φωτογραφίες του δείχνει σα να ποζάρει με Όλο το Βάρος της Ανθρώπινης Συνθήκης που Προσπαθεί να Αποτυπώσει ως Σοβαρός Συγγραφέας να του έχει κάτσει στις πλάτες [3]): το The Unnamed -στο εξής U.- του Joshua Ferris, του οποίου το οπισθόφυλλο μας καθησυχάζει ότι σύμφωνα με έναν τουλάχιστον κριτικό είναι εξίσου διαβαστερό με το C. (πράγμα που εμένα πάλι δεν με καθησύχασε -έχω κι ένα θέμα με το ρινταμπίλιτι τελευταία, έχω και τα νεύρα μου από τότε που γεννήθηκα-, αλλά τι να κάνουμε, όταν είσαι αμόρφωτη στρίγκλα συμβαίνουν τέτοια πράγματα, μαθαίνεις να ζεις με αυτά).

Ως αντιπρόταση, αν μπορεί να σταθεί, τέλος πάντων, ως τέτοια -πάντως δεν είναι αυτή η δική μου πρόθεση, του μπι όνεστ- στο C., το U. δεν είναι και τόσο αντί: είναι βιβλίο άλλου ενός λευκού μπρουκλινέζου, που αγνοημένο από την κριτική δεν τον λες - ο Ferris ήταν κι αυτός στον κατάλογο των 20 αξιοπρόσεκτων συγγραφέων κάτω των 40 ετών του New Yorker (κατάλογος που, τα έχουμε ξαναπεί νομίζω, προσπάθησε να εξασφαλίσει μια ποικιλομορφία ως προς το φύλο, τη φυλή, την εθνική καταγωγή αλλά δεν παύει, παρόλα αυτά, να κινδυνεύει να είναι μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, βασιζόμενος στο ήδη προβεβλημένο και γνωστό παρά ανακαλύπτοντας κάτι καινούργιο [4]) και ανήκει, τέλος πάντων, σε μια νεότερη γενιά συγγραφέων από τους οποίους αναμένεται ότι θα προκύψουν οι κυρίαρχες φωνές των επόμενων δεκαετιών - κοινώς, ο Ferris αυτή τη στιγμή είναι περίπου στην κατάσταση του Franzen όταν συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο του Granta το 1996 (στον οποίο, σημειωτέον, μπήκε με όπλο του τις μεταμοντέρνες αναζητήσεις που απαρνήθηκε στη συνέχεια), και απλώς αναμένεται ακόμα να ενθρονιστούν οριστικά οι συγγραφείς τους οποίους θα κληθεί να διαδεχτεί. Το βιβλίο του το διάβασα στο πλαίσιο της τάσης άι νιντ του νόου που με διακατέχει (παρότι γνωρίζω την απόλυτή της ματαιότητα, αφού ένας άνθρωπος είμαι, δεν υπάρχει περίπτωση, όσο και να διαβάσω, να αποκτήσω πλήρη γνώση των νέων αγγλόφωνων συγγραφέων) κι όχι λόγω της σύγκρισης με τον Franzen, καταλαβαίνω όμως ότι για αρκετό κόσμο αυτή η σημείωση στο οπισθόφυλλο μέτρησε [5] - ο εκδότης, πάντως, σίγουρα αυτήν την ελπίδα είχε όταν την συμπεριλάμβανε, προκρίνοντάς την, ίσως, από πιο ενδιαφέροντα -αλλά λιγότερο εμπορικά- στοιχεία του άρθρου από το οποίο προέρχεται. Συχνά τέτοιες συγκρίσεις στα μπλερμπ γίνονται με μεγάλες δόσεις υπερβολής και με τα μάτια στις πωλήσεις (αν διάβασες το C. και σου άρεσε, είναι πολύ πιθανό να τσιμπήσεις ένα βιβλίο που κυκλοφορεί με τη στάμπα του όμοιου με το C.) και, ως γνωστόν, με το που σκάσει μύτη ένα επιτυχημένο βιβλίο αρχίζουν να γεμίζουν τα ράφια με μιμητές και αυτοκόλλητα που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν και την παραμικρή σχέση με το γκραν σουξέ της εποχής (χαρακτηριστικό παράδειγμα τα αποπαίδια του Λυκόφωτος και της Τριλογίας της Χιλιετίας)· έως ένα βαθμό, όμως, οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες και χρήσιμες: στο κάτω-κάτω, όταν μιλάς για ένα βιβλίο, πρέπει και να το τοποθετήσεις κάπου - κι εφόσον πολύ σπάνια μπορεί ένα βιβλίο να χρεωθεί την ανακάλυψη του τροχού, αλλά ακόμα κι αυτά που θα τη χρεωθούν, βασίζονται σε λογοτεχνικά προηγούμενα, έστω γκρεμίζοντάς τα (κανένα βιβλίο δεν γράφεται στο κενό, κι αν ακόμα αυτό το βιβλίο είναι κάτι εντελώς καινούργιο, και πάλι για να μπορούμε να αναγνωρίσουμε το καινούργιο θα πρέπει να γνωρίζουμε το παλιό και να το αντιπαραθέσουμε με αυτό), θα πρέπει να δεχτούμε ότι κάθε βιβλίο μπορεί να τοποθετηθεί σε μια ορισμένη θέση σε σχέση ή σε αντιπαράθεση με άλλα. [6]

Όπως κι ο Franzen, έτσι κι ο Ferris τοποθετεί στο κέντρο του μυθιστορήματός του μια οικογένεια - αλλά μια οικογένεια ολιγοπληθέστερη και μάλλον λιγότερο πολύπλοκη ως προς τις συνδέσεις της και την ψυχοσύνθεση των μελών της από αυτήν του Franzen. Τρεις άνθρωποι όλοι κι όλοι: ο πατέρας και πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, εξαιρετικά πετυχημένος δικηγόρος που μπόρεσε πολύ γρήγορα να πάρει θέση συνεταίρου στη δικηγορική εταιρεία όπου εργάζεται, η σύζυγός του, που δουλεύει -χωρίς να υπάρχει οικονομική ανάγκη γι’ αυτό- μεσίτρια, και η έφηβη κόρη τους. Το ζευγάρι, εκτός από επιτυχημένο, είναι και αγαπημένο, και το μόνο πρόβλημα της οικογένειας θα μπορούσαν να είναι τα περιττά κιλά της κόρης (τι συμφορά, η κόρη μιας τέτοιας οικογένειας να είναι παχύσαρκη) και οι τυπικές δυσκολίες της εφηβείας της, αν δεν υπήρχε η κατάσταση του πατέρα που τα τσακίζει όλα: κατά καιρούς τον πιάνει μια ασυγκράτητη ορμή να περπατήσει. Παρατάει τα πάντα και φεύγει σε τεράστιους περιπάτους που τους ελέγχουν τα πόδια του και τα όρια της σωματικής του αντοχής και όχι το μυαλό του· η γυναίκα του είναι συνηθισμένη να βγαίνει με το αυτοκίνητο ψάχνοντάς τον, και να τον βρίσκει τελικά ξεπαγιασμένο από το κρύο, εξαντλημένο, να κοιμάται στους δρόμους κ.λπ. Είναι μια αρρώστια που δεν έχει όνομα ούτε γιατριά (αν και μάλλον έμπνευσή της είναι ένα υπαρκτό σύνδρομο), κι αυτό την κάνει ακόμα χειρότερη: το να γνωρίζεις την ασθένεια από την οποία πάσχεις είναι μια ελάχιστη έστω βεβαιότητα, σου δίνει μια πρόγνωση -είτε καλή, είτε κακή-, θεραπευτικές επιλογές κ.λπ., ο Ferris όμως στερεί από τον ήρωά του αυτή την πολυτέλεια. Οι γιατροί στους οποίους απευθύνεται δεν μπορούν να του πουν τίποτε για το πρόβλημά του -  υποθέτουν μονάχα ότι πρόκειται για ασθένεια ψυχολογικής αιτιολογίας. Ο ίδιος αισθάνεται ότι το θέμα είναι καθαρά σωματικό - θέλει να είναι καθαρά σωματικό, ακριβώς για ν’ αποφύγει το στίγμα και τις λοιπές επιπλοκές της τρέλας (θα του ήταν σίγουρα πολύ πιο εύκολο να παρουσιάσει στους συνεταίρους του, για παράδειγμα, ένα σε εισαγωγικά νόμιμο ιατρικό πρόβλημα, παρά μια ψυχοπαθολογία, για να εξηγήσει τις εξαφανίσεις του), όμως η ιατρική δεν μπορεί να του προσφέρει αυτή την ανακούφιση. Ό,τι καταγράφεται στο βιβλίο είναι μια καθοδική πορεία αποδιοργάνωσης της όποιας ευτυχίας και ισορροπίας καθώς ο άντρας πρέπει να συνεχίσει τη ζωή του έχοντας διαρκώς υπόψη την πραγματικότητα αυτής της ανώνυμης αρρώστιας που μπορεί σε ανύποπτο χρόνο να τον σπρώξει έξω από το γραφείο του στη μέση μιας συζήτησης ή ακόμα κι από το συζυγικό κρεβάτι του καταμεσίς της νύχτας.

Το βασικό παράδοξο, δηλαδή, του Ferris εδώ, πέρα από την άγνωστη ασθένεια -που μπορεί κανείς να τη διαβάσει είτε σαν σύμβολο, είτε σαν ρεαλιστικότατη (στο πλαίσιο του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, πάντα· η πραγματική πραγματικότητα είναι άλλο πράγμα) κυριολεξία- είναι ότι η φυγή του ήρωα δεν εξηγείται με τους όρους που θα περίμενε κανένας: ο ήρωας δεν φεύγει από μια ζωή που δεν τον καλύπτει αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, μια άλλη ζωή· δεν φεύγει προς πραγματοποίηση των ανεκπλήρωτων ονείρων του, αλλά φεύγει από το ίδιο του το εκπληρωμένο όνειρο· συνακόλουθα, δεν φεύγει από μια ζωή συμβιβασμού αλλά προσπαθεί να την επιτύχει: μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην προσπάθεια του ζευγαριού να ζήσει, παρόλα αυτά, να εξασφαλίσει μια όσο το δυνατόν καλύτερη ζωή υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. (Κι ενώ ένας τέτοιος συμβιβασμός σε μια άλλη αφήγηση θα ερμηνευόταν ως αποτυχία, εδώ θα πρέπει να θεωρηθεί επιτυχία.) Οι συμβιβασμοί, φυσικά, είναι εύθραυστοι και πάντα υπό την απειλή της επόμενης φυγής: ό,τι νομίζουν οι άνθρωποι ότι μπορεί να καταφέρουν, συχνά το χάνουν επειδή τα σώματά τους δεν συνεργάζονται. Το μέλλον δεν εξαρτάται μονάχα από τη θέληση, αλλά κι από τη βιολογία σου. Κι αν η κατάσταση του ήρωα δεν είναι τόσο πιστευτή, ίσως, αυτή η πραγματικότητα είναι - όπως κι ο τρόπος που προσπαθεί διαρκώς να ανασυσταθεί, να διεκδικήσει έναν νέο τρόπο να υπάρχει παρόλα αυτά, η σχέση του με τη γυναίκα του, αγώνας που μέσα στην ανθρωπιά του αποτελεί το βασικότερο, νομίζω, πλεονέκτημα του U.

Η ακατονόμαστη κι άγνωστη αρρώστια του ήρωα (παραδόξως ή όχι και τόσο) γίνεται τελικά πολύ πιο πιστευτή ως προς τις συνέπειές της σε σχέση με την απόλυτα βασισμένη στο πραγματικό αρρώστια του μπαμπά Lambert στο C., κι αυτό, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, είναι το βασικότερο σημείο σύγκρισης των δύο βιβλίων (και το βασικό ενοποιητικό στοιχείο και των τριών βιβλίων για τα οποία γίνεται λόγος σ’ αυτά τα ποστ - ναι, ξέρω, δεν έχω αναφέρει ακόμα το τρίτο, σας το φυλάω για σουρπρίζ, μέχρι τότε μπορείτε να ρίξετε τις μαντεψιές σας στα σχόλια, μέσα θα πέσετε θαρρώ, δεν είμαι τόσο αμπρεντίκταμπολ), αφού κατά τα άλλα, οι φιλοδοξίες είναι διαφορετικές και η προσπάθεια για την επίτευξή τους επίσης· ήδη από τον αριθμό των σελίδων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το βιβλίο του Ferris είναι αρκετά πιο μετρημένο [7], και, κρίνοντας ως προς το βασικότερο -το ίδιο το περιεχόμενο- μιλάμε περισσότερο για ένα βιβλίο δωματίου, παρά ένα βιβλίο ανοιχτών οριζόντων (ας ξεγελάει η περιπλάνηση του ήρωα έξω), σε αντίθεση με τη φιλοδοξία ενός Franzen στο C. Ο Ferris μοιάζει να αναγνωρίζει ότι δεν γίνεται να μιλήσει για όλα, ότι επιβάλλεται να μιλήσει μόνο για όσα έχουν νόημα σε σχέση με τη βασική του προβληματική - ή ίσως να φοβάται να το κάνει, όπως και να έχει όμως, αυτό τον σώζει από αρκετές κακοτοπιές.

Ολ ιν ολ, το βιβλίο δεν φωνάζει ότι έχει γραφτεί για να συμπεριληφθεί στους διεκδικητές του τίτλου Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα (αν κάποιος προσπαθήσει να του αποδώσει τον τίτλο -γιατί το ότι η Μ. εκφράζει τις αντιρρήσεις της για τον όρο Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα δεν σημαίνει ότι ο όρος θα εξαλειφθεί ξαφνικά- το κάνει με δική του ευθύνη και μάλλον πιστεύει υπερβολικά στον Ferris ή, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν κι εξακολουθεί να συμβαίνει, βιάζεται διαολεμένα πολύ να ανακηρύξει τον επόμενο Μεσσία της βορειοαμερικάνικης λογοτεχνίας [8]), δεν φωνάζει καν ότι έχει γραφτεί προσπαθώντας να αποτελέσει το επόμενο ευπώλητο λογοτεχνικό κομοδίνο (αν και θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να είναι αρκετές σελίδες λεπτότερο).

Να σημειωθεί ότι ο Ferris δεν είναι στιλίστας ή τέλος πάντων δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί στιλίστας με βάση αυτό το βιβλίο - αρκετές προτάσεις, για παράδειγμα, είναι ατσούμπαλες, χωρίς να συντρέχει κάποιος λογοτεχνικός λόγος για να είναι: πρόκειται, νομίζω, για συγγραφική αδεξιότητα, κι όχι για λογοτεχνική επιδίωξη. Άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί έλλειψη του βιβλίου είναι ότι μοιάζει ανολοκλήρωτο: για παράδειγμα, η δευτερεύουσα ιστορία ενός πελάτη του ήρωα, η υπόθεση του οποίου πηγαίνει κατά διαόλου αφού, εξαιτίας της ασθένειάς του, ο ήρωας δεν μπορεί να τη διαχειριστεί σωστά και να εκμεταλλευτεί κάποια στοιχεία που βρίσκονται στο δρόμο του, δεν κλείνει οριστικά (και το κλείσιμο, έχω ξαναπεί και δεν χρειαζόταν βέβαια να το διαβάσετε από εμένα για να το μάθετε, θεωρείται βασικό στοιχείο στη λογοτεχνία, ίσως επειδή ακριβώς απουσιάζει από τη ζωή)· για μένα αυτό δεν μπορεί να καταχωρηθεί στα αρνητικά, αφού είναι απολύτως συμβατό με την κατάσταση του ήρωα κι αναμενόμενο με βάση το πλαίσιο που αυτή θέτει: ένα πλαίσιο εντός του οποίου η ζωή γίνεται μια συλλογή από αποσπάσματα, τοπία που κοιτάζεις από παράθυρα του τρένου να εξαφανίζονται. Μπορεί στην επιστροφή να τα ξαναδείς, αλλά δεν είναι ακριβώς τα ίδια - κι ίσως αυτή τη φορά να μην τα προσέξεις καν ή να ανακαλύψεις ότι στην πραγματικότητα δεν επιστρέφεις σε αυτά.

Συνολικά, το βιβλίο είναι καλό, αλλά ως εκεί. Απέχει πολύ από το να είναι αριστούργημα, και κατά τη γνώμη μου δείχνει έναν συγγραφέα που το ψάχνει ακόμα χωρίς να το βρίσκει ακριβώς (η διαφορά είναι ότι ακόμα είναι νέος, δεν κυκλοφορεί σε συσκευασία ιερής αγελάδας, άρα μπορείς να επισημάνεις τη διαφωνία σου χωρίς να σου επιτεθούν ορδές γκρούπι). Το οποίο δεν είναι απαραιτήτως κακό: ο Ferris είναι ακόμα νέος, αυτό είναι μόλις το δεύτερο βιβλίο του, και, ακόμα κι αν άλλοι συνομήλικοί του έχουν κατορθώσει ήδη να παραδώσουν άρτια βιβλία, τίποτα δεν τον εμποδίζει να παραδώσει τα δικά του άρτια βιβλία στο μέλλον (και τίποτα δεν προδικάζει ότι θα τα γράψει, ή ότι οι συνομήλικοί του θα καταφέρουν να ξαναγράψουν κάτι εξίσου άρτιο, φορ δατ μάτερ)· το κρίσιμο τρίτο βιβλίο (αυτό που απογείωσε τον Franzen· αυτό που μοιάζει να προσπαθεί να αποφύγει ο Foer, είτε με διαδρομές προς το νονφίξιον -το συγκινητικό και για κάποιους λάιφ-τσέιντζινκ Eating Animals- είτε με συμβολική πατροκτονία μέσω χαρτοκοπτικής -το πανέμορφο, αλλά ως αντικείμενο ανώτερο του περιεχομένου Tree of Codes) είναι μπροστά του.

Τα υπόλοιπα η Μ. θα τα αναλύσει εξαντλητικά στο τελευταίο μέρος αυτής της ακαταμάχητα, αδιαμφισβήτητα και συγκλονιστικά επικής σειράς ποστ, όταν επιτέλους θα μιλήσει για ένα βιβλίο που αγάπησε.

Γιατί ακόμα κι αυτή έχει αισθήματα, γαμώτι.

Δε βέρντικτ:

NOTES & ERRATA

[1] Οι αναγνώστες του μπλογκ ίσως θυμάστε ότι η γιορς τρούλι συμπεριέλαβε το M. στο προσωπικό της μπεστ οβ της προηγούμενης δεκαετίας· το Μ. ήταν, άλλωστε, ένα από τα βιβλία που βρέθηκαν στην αφετηρία της προσπάθειάς της να διαβάσει πιο σοβαρά κ.λπ. (Όπως υπονόησα στο σχετικό κείμενο, και το C. θα μπορούσε να είχε πάρει μια τέτοια θέση αν το είχα διαβάσει εκείνη την εποχή· η σημασία ορισμένων βιβλίων για τον αναγνώστη κρίνεται και από το σημείο της αναγνωστικής του διαδρομής στο οποίο τα συναντά.)  Πιθανόν αν ξαναδιάβαζα το M. σήμερα να μην το εκτιμούσα εξίσου· για να είμαι ειλικρινής, δεν αισθάνομαι έτοιμη να το αποκαθηλώσω οπότε λέω να το αποφύγω προς το παρόν.
[2] Αρχικά ο Eugenides προσπάθησε να πείσει ότι η μπαντάνα δεν παραπέμπει στον David Foster Wallace, αλλά στον Axl Rose, και γενικά προσπάθησε να πείσει ότι ο Leonard δεν είναι μια μυθοπλαστική επεξεργασία του DFW. Εντέλει, όμως, αναγκάστηκε, διστακτικά έστω, να παραδεχτεί τα αυτονόητα. Μου είναι λίγο δύσκολο να καταλάβω την αρχική του άρνηση, για να είμαι ειλικρινής: δεν είναι ότι έκλεψε -όπως κάθε συγγραφέας, νομίζω, κάνει- χαρακτηριστικά από τον φίλο του τον Μήτσο και αρνείται ότι τα έκλεψε για να τον αφήσει, επιτέλους, στην ησυχία του, ούτε ότι προσπαθεί να αποφύγει την αδιάκριτη και κατά τη γνώμη μου ανούσια ερώτηση περί αυτοβιογράφησης.
[3] Το οποίο, φυσικά, για να ξαναματαθυμίσουμε τα αυτονόητα, ουδεμία σχέση έχει με τη συγγραφική του ικανότητα - φορ ολ άι νόου, θα μπορούσε να έχει πρόσωπο σαύρας και να είναι υπέροχος γραφιάς, θα μπορούσε επίσης να έχει πρόσωπο φωτομοντέλου και να είναι απαίσιος γραφιάς· η φάτσα του συγγραφέα συμμετέχει στο μύθο του, όχι στο έργο του.
[4] Ο συγκεκριμένος κατάλογος, όπως και άλλες αντίστοιχες λίστες, νομίζω πρέπει να θεωρείται ενδεικτικός κι όχι απόλυτη καταγραφή των πιο άξιων· ας πούμε ότι στην ιδανική περίπτωση τέτοιες λίστες αποτελούν ένα είδος ενημερωμένου στοιχήματος: βλέπεις τι υποσχέσεις αφήνει το έργο καθενός, τι δυνατότητες φανερώνει, και κάνεις μια πρόβλεψη που μπορεί να δικαιωθεί, μπορεί και όχι· επιπλέον, εδώ υπάρχει και τουλάχιστον άλλη μια μεταβλητή που διαμορφώνει την επιλογή και δεν έχει σχέση με την αξία του καθενός, αφού είναι γνωστό ότι το New Yorker συμπεριέλαβε στον κατάλογο συγγραφείς που τη δεδομένη στιγμή είχαν καινούργιο υλικό να παρουσιάσουν.
[5] Σημειώνοντας τα αυτονόητα για νιοστή φορά, προφανώς δεν υποτιμώ τους αναγνώστες που διαβάζουν μπλερμπς και τσιμπάνε με τις συγκρίσεις τους: η γιορς τρούλι εξάλλου ανήκει σε αυτή την κατηγορία - για παράδειγμα, αν δει το όνομα του Auster σε μπλερμπ, κατά πάσα πιθανότητα θα αγοράσει το βιβλίο. Έστω για να πει Tι μαλακία έγραψε ο άλλος, πώς τόλμησε να αναφέρει το όνομα του Auster επί ματαίω κ.λπ.
[6] Όλα αυτά, φυσικά, έχοντας στο μυαλό μας ότι α) το πώς θα γίνει η σύγκριση δεν έχει πάντα να κάνει με τις προθέσεις του συγγραφέα ή τέλος πάντων αυτό που ο ίδιος αναγνωρίζει ως πλαίσιο του βιβλίου - στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσε (έστω θεωρητικά) ο Ferris να μην έχει καν διαβάσει το C. ή να μην ξεκίνησε να γράφει το U. ως βιβλίο που πρέπει να τοποθετηθεί σε σχέση με τo C., και β) αυτές οι συγκρίσεις υπόκεινται σε έλεγχο κι εξαρτιώνται από τη σχέση που έχει με τη λογοτεχνία αυτός που τις κάνει: η Μ., που δεν έχει και τόση γνώση για την επιστημονική φαντασία και το φάνταζι, δύσκολα μπορεί να τοποθετήσει, π.χ., τον China Miéville σε σχέση με την ζανρ οικογένειά του, διότι δεν την έχει διαβάσει αρκετά· οι όποιες συγκρίσεις κάνει θα γίνονται με τα βιβλία που έχει ήδη διαβάσει και ως εκ τούτου μπορεί να είναι άστοχες ή ανεπαρκείς ή -στην καλύτερη, ίσως, περίπτωση- παράδοξες στα μάτια ενός αφοσιωμένου αναγνώστη του είδους. Αυτή η εξάρτηση της σύγκρισης από το λογοτεχνικό πεδίο εντός του οποίου κινείται αυτός που την κάνει εξηγεί, εν μέρει έστω, και τις διαφορετικές κρίσεις και συγκρίσεις που γίνονται από διαφορετικούς ανθρώπους για το ίδιο βιβλίο. Άλλος το συγκρίνει με το C., άλλος με το τάδε, κι άλλος ενδεχομένως να ομολογεί πλήρη αδυναμία να κατηγοριοποιήσει αυτό που διάβασε, εφόσον δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις αναφορές του κ.λπ. (Συνήθως αυτό σημαίνει ότι ο κριτής δεν έχει διαβάσει αντίστοιχα βιβλία, κι όχι ότι δεν έχουν γραφτεί.)
[7] Φυσικά ο αριθμός των σελίδων είναι ένα διόλου ασφαλές κριτήριο για τις φιλοδοξίες ενός βιβλίου, οπότε εδώ χρησιμοποιείται εντελώς ενδεικτικά: θυμηθείτε ότι πολλά ευπώλητα είναι κομοδίνα - βεβαίως, εύκολα γεμίζει κανείς εξακόσιες τόσες σελίδες με αποσιωπητικά, θαυμαστικά, κλισέ και φλυαρίες. Όμως έχω έναν ακόμα λόγο που αναφέρομαι στον αριθμό των σελίδων εδώ: χωρίς να υποτιμώ καθόλου τα μυθιστορήματα-ποταμούς ενός Pynchon ή ενός Wallace, ας πούμε -και πώς θα μπορούσα άλλωστε-, έχω μια αίσθηση ότι υπάρχει μια τάση να χρησιμοποιείται το μέγεθος από μόνο του σαν κριτήριο για το μεταφορικό μέγεθος ενός βιβλίου, υποτιμώντας πιο ολιγοσέλιδες, λιγότερο πληθωρικές, καταθέσεις, και, από τη συγγραφική πλευρά, το μέγεθος να γίνεται σχεδόν αυτοσκοπός.
[8] Υποψιάζομαι, για παράδειγμα, ότι πολλές από τις υπερβολές που γράφτηκαν για τον Jonathan Safran Foer (παρά την αγάπη που είναι γνωστό τοις πάσι ότι του τρέφω) οφείλονται ακριβώς σε αυτήν την ψυχαναγκαστική αναζήτηση του επόμενου Μεγάλου Αμερικάνικου Μυθιστορήματος, του επόμενου Μεσσία.

6 κρα:

Ανώνυμος είπε...

κατάλαβα...Υδροχόος

Ανώνυμος είπε...

Ή βαριά-βαριά ιχθείς (αυτό θα εξηγούσε το κόλλημα με τους γουάλας και ευγενίδη)

M είπε...

Μάλιστα. Ζώδια ως ερμηνευτικό εργαλείο λογοτεχνικών προτιμήσεων πρώτη φορά βλέπω.

annabooklover είπε...

Οι φράσεις "Οι συμβιβασμοί, φυσικά, είναι εύθραυστοι και πάντα υπό την απειλή της επόμενης φυγής: ό,τι νομίζουν οι άνθρωποι ότι μπορεί να καταφέρουν, συχνά το χάνουν επειδή τα σώματά τους δεν συνεργάζονται. Το μέλλον δεν εξαρτάται μονάχα από τη θέληση, αλλά κι από τη βιολογία σου." εμένα με έπεισαν να διαβάσω το βιβλίο του Φέρις. Πόσο πρέπει να περιμένουμε για το βιβλίο που πραγματικά αγαπήσατε αγαπητή;;;

M είπε...

@annabooklover, ω, μερσί, παναπεί δεν κοπανάω τζάμπα τα πληκτρολόγια. Ως προς την ερώτηση - δεν ξέρω ακόμα πόσο, ό,τι και να πω θα πω ψέματα (ήδη τα ποστ έχουν κρατήσει πολύ περισσότερο καιρό από όσο περίμενα), πάντως έχω να πω ότι η φράση ταιριάζει πολύ περισσότερο στο τρίτο βιβλίο. Κι ότι θα προσπαθήσω μέχρι μέσα Δεκέμβρη να κάνω τα αποκαλυπτήρια. :-)

蔡依林 είπε...

高潮,犀利士,威而鋼,印度神油,蒼蠅水,金蒼蠅,陰莖增大,持久液,持久,早洩,催情春藥,春藥,春藥,文字,催情,催情,催情藥,催情藥,