[Για όσους συντονίστηκαν τώρα, ο πρόλογος]
Κεφάλαιο 1ο: Ο πρώτος J.F.
[Δύο ταξίδια με τρένο· ένα αντίτυπο του The Corrections με άμμο στις σελίδες του· μια ενότητα μάλλον επηρεασμένη από το γεγονός ότι η Μ. αποφάσισε να κάνει επανάληψη στη Γραμματική και το Συντακτικό της Νέας Ελληνικής· λόγος περί δυσλειτουργικών οικογενειών και χαρακτήρων· λόγος περί απεύθυνσης στον αναγνώστη· σχολικές αναμνήσεις· η μεταμφίεση του Thomas Pynchon σε καθαρίστρια.]
Στο προηγούμενο ποστ αυτής της επικής, μεγαλειώδους και λοιπά βαρύγδουπα επίθετα σειράς, αφού χρειάστηκε να δακτυλογραφήσω υπερβολικά πολλές λέξεις εξηγώντας τους λόγους που θεωρώ τον όρο Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα μάλλον ανούσιο, ειδικά όπως συζητιέται σήμερα, μπήκα σ’ ένα τρένο και ξεκίνησα να διαβάζω το The Corrections του Jonathan Franzen, το έργο, δηλαδή, της αυτού μεγαλειότητας τού Great American Novelist της εποχής μας ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.
Βρίσκομαι, λοιπόν, στο τρένο με τις φρανζενικές Διορθώσεις στα χέρια και δύο σενάρια στο μυαλό: είτε θα λατρέψω το βιβλίο, είτε θα το μισήσω, μέση οδός δεν υπάρχει. Αν ίσχυε το πρώτο σενάριο, θα είχα κατέβει από το τρένο έχοντας διαβάσει σχεδόν όλο το βιβλίο και ψάχνοντας ένα τρόπο να εξηγήσω ευγενικά στον καλό μου ότι Κοίτα να δεις, το πρώτο μπάνιο αναβάλλεται μέχρι να διαβάσω το τέλος. (Το Corrections είναι πολυσέλιδο βιβλίο, θα δεχτώ ότι είναι κι απαιτητικό, αλλά δεν είναι κι Infinite Jest ως προς αυτά τα δύο χαρακτηριστικά [1], άρα αυτομάτως κατατάσσεται στην κατηγορία των βιβλίων που η Μ. διαβάζει σε όσο το δυνατόν λιγότερες καθισιές γιατί, είπαμε, αν δεν το κάνει ξεχνάει.) Αν ίσχυε το δεύτερο σενάριο, θα είχα βάλει το βιβλίο στο σακβουαγιάζ, απ’ όπου θα έβγαζα και θα διάβαζα το The Handmaid’s Tale της Margaret Atwood που είχα πάρει μαζί μου για σιγουριά. (Μπορεί να μην έχω διαβάσει τα άπαντά της, όμως έχω διαβάσει αρκετά βιβλία της για να ξέρω ότι αν μη τι άλλο δεν πρόκειται να εκνευριστώ διαβάζοντάς την.) Τελικά διάβασα περίπου το μισό βιβλίο, οπότε μάλλον καταλαβαίνετε ότι υπήρχε μέση οδός κι αυτήν ακριβώς βάδιζα. Κουβαλούσα το βιβλίο στις παραλίες μάλλον ανόρεχτα -ζήτημα να διάβασα εκατό σελίδες σε όλες τις διακοπές, αλλά γι’ αυτό δεν ευθύνεται το βιβλίο μονάχα, γιατί δεν διάβαζα και τίποτα άλλο- και τελικά το τελείωσα στο τρένο της επιστροφής.
Είναι, θα το ξέρετε κι από προσωπική πείρα, κομματάκι περίεργο να διαβάζεις ένα βιβλίο για το οποίο οι άλλοι παραληρούν, και μάλιστα να το διαβάζεις πολύ αργότερα: σα να μπαίνεις σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο ψίθυρους, κραυγές, αντηχήσεις, κι ανοιχτά παράθυρα με διαφορετικό άνεμο να φυσάει απ’ το καθένα. Διαβάζεις και είναι λίγο δύσκολο να καταλάβεις πόσος σαματάς προκαλείται απ’ το ίδιο το βιβλίο ή απ’ το μυαλό σου όπως αυτό αντιδρά στο βιβλίο και πόσος τελικά έχει να κάνει με το ίδιο το περιβάλλον της ανάγνωσης. Βιβλία σαν το Corrections έρχονται φορτωμένα προσδοκίες και χαρακτηρισμούς που πρέπει να επιβεβαιώσουν· αν δεν το κάνουν, συχνά αισθάνεσαι ότι φταις εσύ που δεν έπιασες ό,τι έπιασαν οι άλλοι. (Διευκρίνιση του αυτονόητου: ο αναγνώστης δικαιούται να μην ανεμίσει το βρακί του για χάρη ενός βιβλίου που έχουν υμνήσει όλοι οι άλλοι, ας είναι και του Kafka, ας είναι και του Auster, για να θίξω τα ιερά και όσια κι αυτού εδώ του μπλογκ [2]. Με αναγκαίες υποσημειώσεις: α) μιλάμε πάντα για βιβλία, όχι για παριζάκια συσκευασμένα σε μορφή βιβλίου, β) συχνά απορρίπτεις ένα βιβλίο αναγνωρίζοντας ότι είναι καλό, απλώς δεν είναι για σένα, γ) η απόρριψη του κάθε αναγνώστη -της γιορς τρούλι συμπεριλαμβανομένης- είναι σεβαστό δικαίωμά του, αλλά αυτό δεν την κάνει απαραιτήτως αντικειμενική ή μη ελέγξιμη - όπως και η αποδοχή του.)
Σύντομη επανάληψη: ο Franzen έχει διατυπώσει από καιρό ένα λογοτεχνικό πρόγραμμα, με βασική πρόθεση να επαναφέρει στη λογοτεχνία το ανόθευτα ανθρώπινο στοιχείο που έχει στερηθεί· να υπενθυμίσει ότι πάντα κεντρικός στη λογοτεχνία είναι ο άνθρωπος. (Αντίστοιχες προθέσεις προσπαθούσε, αλλά με το δικό του τρόπο, να υπηρετήσει κι ο David Foster Wallace.) Το Corrections εκδόθηκε το 2001 ως η πρακτική εφαρμογή αυτού του λογοτεχνικού προγράμματος, θα μπορούσε να πει κανείς. Δεν ήταν το πρώτο μυθιστόρημα του Franzen - είχαν προηγηθεί δύο ακόμα βιβλία με υπολογίσιμη κριτική υποδοχή, και το 1996 το περιοδικό Granta τον είχε συμπεριλάβει στη λίστα του των καλύτερων νέων Αμερικανών συγγραφέων· όμως ήταν το βιβλίο που θα τον τοποθετούσε στο κέντρο του λογοτεχνικού χάρτη. Το Corrections κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου την ίδια χρονιά (η τελική λίστα περιλάμβανε ακόμα το Among the Missing του Dan Chaon, το Look At Me της -τι ειρωνεία- Jennifer Egan, το The Last Report On the Miracles at Little No Horse της Louise Erdrich και το Highwire Moon της Susan Straight [3])· την επόμενη χρονιά κέρδισε και το βραβείο James Tait Black, ίσως όχι τόσο γνωστό εδώ πάντως επίσης ιδιαίτερα σημαντικό (μέσα στην ίδια δεκαετία, για παράδειγμα, το βραβείο κέρδισαν ο Ian McEwan, o Cormac McCarthy, η A.S. Byatt· πλήρης λίστα των νικητών εδώ), ενώ ήταν και στις υποψηφιότητες για κάμποσα ακόμα βραβεία. Τα βραβεία φυσικά από μόνα τους δεν αρκούν ν’ αποδείξουν την αξία οποιουδήποτε βιβλίου· δεν φτουράνε όλα τα βραβευμένα βιβλία στο πέρασμα του χρόνου (ούτε φυσικά μπορεί κανείς να πει ότι κάθε βραβευμένο βιβλίο είναι υπερτιμημένο έναντι των συνυποψηφίων του). Αλλά μια δεκαετία μετά την έκδοσή του, το Corrections εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς· κι επειδή αγαπάμε να μισούμε τις λίστες, να προσθέσω ότι μπήκε και στη λίστα των 100 καλύτερων μυθιστορημάτων του Time το 2005.
Βρίσκομαι, λοιπόν, στο τρένο με τις φρανζενικές Διορθώσεις στα χέρια και δύο σενάρια στο μυαλό: είτε θα λατρέψω το βιβλίο, είτε θα το μισήσω, μέση οδός δεν υπάρχει. Αν ίσχυε το πρώτο σενάριο, θα είχα κατέβει από το τρένο έχοντας διαβάσει σχεδόν όλο το βιβλίο και ψάχνοντας ένα τρόπο να εξηγήσω ευγενικά στον καλό μου ότι Κοίτα να δεις, το πρώτο μπάνιο αναβάλλεται μέχρι να διαβάσω το τέλος. (Το Corrections είναι πολυσέλιδο βιβλίο, θα δεχτώ ότι είναι κι απαιτητικό, αλλά δεν είναι κι Infinite Jest ως προς αυτά τα δύο χαρακτηριστικά [1], άρα αυτομάτως κατατάσσεται στην κατηγορία των βιβλίων που η Μ. διαβάζει σε όσο το δυνατόν λιγότερες καθισιές γιατί, είπαμε, αν δεν το κάνει ξεχνάει.) Αν ίσχυε το δεύτερο σενάριο, θα είχα βάλει το βιβλίο στο σακβουαγιάζ, απ’ όπου θα έβγαζα και θα διάβαζα το The Handmaid’s Tale της Margaret Atwood που είχα πάρει μαζί μου για σιγουριά. (Μπορεί να μην έχω διαβάσει τα άπαντά της, όμως έχω διαβάσει αρκετά βιβλία της για να ξέρω ότι αν μη τι άλλο δεν πρόκειται να εκνευριστώ διαβάζοντάς την.) Τελικά διάβασα περίπου το μισό βιβλίο, οπότε μάλλον καταλαβαίνετε ότι υπήρχε μέση οδός κι αυτήν ακριβώς βάδιζα. Κουβαλούσα το βιβλίο στις παραλίες μάλλον ανόρεχτα -ζήτημα να διάβασα εκατό σελίδες σε όλες τις διακοπές, αλλά γι’ αυτό δεν ευθύνεται το βιβλίο μονάχα, γιατί δεν διάβαζα και τίποτα άλλο- και τελικά το τελείωσα στο τρένο της επιστροφής.
Είναι, θα το ξέρετε κι από προσωπική πείρα, κομματάκι περίεργο να διαβάζεις ένα βιβλίο για το οποίο οι άλλοι παραληρούν, και μάλιστα να το διαβάζεις πολύ αργότερα: σα να μπαίνεις σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο ψίθυρους, κραυγές, αντηχήσεις, κι ανοιχτά παράθυρα με διαφορετικό άνεμο να φυσάει απ’ το καθένα. Διαβάζεις και είναι λίγο δύσκολο να καταλάβεις πόσος σαματάς προκαλείται απ’ το ίδιο το βιβλίο ή απ’ το μυαλό σου όπως αυτό αντιδρά στο βιβλίο και πόσος τελικά έχει να κάνει με το ίδιο το περιβάλλον της ανάγνωσης. Βιβλία σαν το Corrections έρχονται φορτωμένα προσδοκίες και χαρακτηρισμούς που πρέπει να επιβεβαιώσουν· αν δεν το κάνουν, συχνά αισθάνεσαι ότι φταις εσύ που δεν έπιασες ό,τι έπιασαν οι άλλοι. (Διευκρίνιση του αυτονόητου: ο αναγνώστης δικαιούται να μην ανεμίσει το βρακί του για χάρη ενός βιβλίου που έχουν υμνήσει όλοι οι άλλοι, ας είναι και του Kafka, ας είναι και του Auster, για να θίξω τα ιερά και όσια κι αυτού εδώ του μπλογκ [2]. Με αναγκαίες υποσημειώσεις: α) μιλάμε πάντα για βιβλία, όχι για παριζάκια συσκευασμένα σε μορφή βιβλίου, β) συχνά απορρίπτεις ένα βιβλίο αναγνωρίζοντας ότι είναι καλό, απλώς δεν είναι για σένα, γ) η απόρριψη του κάθε αναγνώστη -της γιορς τρούλι συμπεριλαμβανομένης- είναι σεβαστό δικαίωμά του, αλλά αυτό δεν την κάνει απαραιτήτως αντικειμενική ή μη ελέγξιμη - όπως και η αποδοχή του.)
Σύντομη επανάληψη: ο Franzen έχει διατυπώσει από καιρό ένα λογοτεχνικό πρόγραμμα, με βασική πρόθεση να επαναφέρει στη λογοτεχνία το ανόθευτα ανθρώπινο στοιχείο που έχει στερηθεί· να υπενθυμίσει ότι πάντα κεντρικός στη λογοτεχνία είναι ο άνθρωπος. (Αντίστοιχες προθέσεις προσπαθούσε, αλλά με το δικό του τρόπο, να υπηρετήσει κι ο David Foster Wallace.) Το Corrections εκδόθηκε το 2001 ως η πρακτική εφαρμογή αυτού του λογοτεχνικού προγράμματος, θα μπορούσε να πει κανείς. Δεν ήταν το πρώτο μυθιστόρημα του Franzen - είχαν προηγηθεί δύο ακόμα βιβλία με υπολογίσιμη κριτική υποδοχή, και το 1996 το περιοδικό Granta τον είχε συμπεριλάβει στη λίστα του των καλύτερων νέων Αμερικανών συγγραφέων· όμως ήταν το βιβλίο που θα τον τοποθετούσε στο κέντρο του λογοτεχνικού χάρτη. Το Corrections κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου την ίδια χρονιά (η τελική λίστα περιλάμβανε ακόμα το Among the Missing του Dan Chaon, το Look At Me της -τι ειρωνεία- Jennifer Egan, το The Last Report On the Miracles at Little No Horse της Louise Erdrich και το Highwire Moon της Susan Straight [3])· την επόμενη χρονιά κέρδισε και το βραβείο James Tait Black, ίσως όχι τόσο γνωστό εδώ πάντως επίσης ιδιαίτερα σημαντικό (μέσα στην ίδια δεκαετία, για παράδειγμα, το βραβείο κέρδισαν ο Ian McEwan, o Cormac McCarthy, η A.S. Byatt· πλήρης λίστα των νικητών εδώ), ενώ ήταν και στις υποψηφιότητες για κάμποσα ακόμα βραβεία. Τα βραβεία φυσικά από μόνα τους δεν αρκούν ν’ αποδείξουν την αξία οποιουδήποτε βιβλίου· δεν φτουράνε όλα τα βραβευμένα βιβλία στο πέρασμα του χρόνου (ούτε φυσικά μπορεί κανείς να πει ότι κάθε βραβευμένο βιβλίο είναι υπερτιμημένο έναντι των συνυποψηφίων του). Αλλά μια δεκαετία μετά την έκδοσή του, το Corrections εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς· κι επειδή αγαπάμε να μισούμε τις λίστες, να προσθέσω ότι μπήκε και στη λίστα των 100 καλύτερων μυθιστορημάτων του Time το 2005.
Το στόρι του βιβλίου είναι μάλλον γνωστό: οι Lambert είναι μια μεσοαστική οικογένεια σε κρίση. Ο πατέρας Lambert ήταν μηχανικός στο σιδηρόδρομο μέχρι την πρόωρη -και αψυχολόγητη, κατά τη γνώμη της οικογένειας- συνταξιοδότησή του· η γυναίκα του ήταν πάντα στη σκιά του, αφοσιωμένη στην οικογένειά της, με επενδυτικές προτάσεις που ο σύζυγος δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά, και το μόνιμο άγχος ότι όταν όλες οι άλλες οικογένειες εκμεταλλεύονταν τις ευκαιρίες και πλούτιζαν, η δική της έμεινε πίσω εξαιτίας της ξεροκεφαλιάς του συζύγου της. Τα τρία παιδιά της οικογένειας δεν είναι πια παιδιά: ο μεγαλύτερος είναι τραπεζικό στέλεχος, παντρεμένος με μια κληρονόμο, πατέρας, πλέον, τριών παιδιών· ο μικρότερος γιος επέλεξε μια καριέρα στις ανθρωπιστικές σπουδές η οποία όμως καταστράφηκε πριν προλάβει να ανθίσει (μορ ον δατ λέιτερ) και τώρα προσπαθεί να πουλήσει ένα σενάριο ενώ η μητέρα του νομίζει ότι γράφει σε μεγάλη εφημερίδα κι εκείνος δεν κάνει τίποτε για να διορθώσει την παρανόηση· όσο για την κόρη, εγκατέλειψε γρήγορα τις σπουδές της για ν’ ακολουθήσει καριέρα στη μαγειρική κι έχει ήδη στο ενεργητικό της έναν διαλυμένο γάμο μ’ έναν μεγαλύτερο σε ηλικία σεφ. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή του καθενός με συνδετικό ιστό την προσπάθεια της μητέρας να μαζέψει όλη την οικογένεια σπίτι για ένα τελευταίο χριστουγεννιάτικο δείπνο, καθώς η υγεία του χτυπημένου από Πάρκινσον πατέρα χειροτερεύει διαρκώς.
Φυσικά, επειδή έχετε όλοι διαβάσει το Corrections πολύ καιρό πριν το διαβάσω εγώ, ξέρετε ότι δεν είναι μονάχα η ταπεινή ιστορία μιας ταπεινής οικογένειας αλλά φιλοδοξεί, επίσης, να είναι και μια φέτα από τη ζωή μιας ολόκληρης χώρας, ή τουλάχιστον της μεσοαστικής της τάξης: έτσι, ο πατέρας Lambert έζησε την παρακμή και το ξεπούλημα του σιδηρόδρομου, κι επίσης στον ελεύθερο χρόνο του είχε κάνει μια ανακάλυψη, την πατέντα της οποίας θέλει τώρα ν’ αγοράσει μια μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία που ετοιμάζει ένα νέο φάρμακο για παρκινσονικούς· εκείνος προτίθεται να δεχτεί τα ψίχουλα που του προσφέρουν, όμως ο μεγάλος γιος πιστεύει ότι είναι η ευκαιρία να πιάσουν, επιτέλους, λεφτά ως οικογένεια -μια αναπλήρωση (ή καλύτερα διόρθωση, για να είμαι μέσα στο φρανζενικό μουντ) των όσων στερήθηκαν επειδή ο πατέρας του δεν ήταν αρκετά φιλόδοξος, όπως και μια αναπλήρωση, κατά κάποιο τρόπο, των ευκαιριών που έχασε κι ο ίδιος ο γιος- ενώ παράλληλα προσπαθεί να αρνηθεί την κατάθλιψή του, διάγνωση της γυναίκας του, αλλά και του ίδιου για τον εαυτό του, όπως και τον αλκοολισμό του· η μητέρα αισθάνεται κι αυτή την απογοήτευση ενός ανεκπλήρωτου δυναμικού, και λοξοκοιτά με ζήλια τη ζωή των άλλων βρίσκοντάς την πληρέστερη και ευτυχέστερη, την ίδια ώρα που η δική της ζωή διαρκώς χειροτερεύει εξαιτίας της κακής υγείας του άντρα της· η κόρη, αποδεχόμενη την πρόταση ενός ανθρώπου που (μεγάλη η χάρη του ίντερνετ) δεν ξέρει τι να κάνει τα λεφτά του να φτιάξει ένα υπέροχο εστιατόριο τζαστ φορ δε φακ οβ ιτ, βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με τη σεξουαλικότητά της και όλες τις σχετικές με αυτήν επιλογές· ο μαρξιστής γιος, αφού χάνει τη δουλειά του εξαιτίας της καπιταλίστριας φοιτήτριάς του, ντυμένος στα πέτσινα προσπαθεί να πουλήσει ένα αυτοβιογραφικό κινηματογραφικό σενάριο όλο αβαντγκάρντ για κλάματα, ξεπουλάει τη βιβλιοθήκη του με τους φιλοσόφους τόμο τον τόμο για να ζήσει και για να εντυπωσιάζει την καινούργια του ερωμένη, και καταλήγει έμπιστος ενός τυχοδιώκτη Λιθουανού πολιτικού, συζύγου της ερωμένης αυτής, πιόνι στη χειρότερη εκδοχή του καπιταλιστικού συστήματος που πάντα λοιδορούσε.
Αν και δεν συμφωνώ συχνά με τον James Wood, θεωρώ ότι οι παράγραφοί του που ακολουθούν αποδίδουν πολύ καλά το The Corrections - τόσο στα θετικά, όσο και στα αρνητικά του:
Φυσικά, επειδή έχετε όλοι διαβάσει το Corrections πολύ καιρό πριν το διαβάσω εγώ, ξέρετε ότι δεν είναι μονάχα η ταπεινή ιστορία μιας ταπεινής οικογένειας αλλά φιλοδοξεί, επίσης, να είναι και μια φέτα από τη ζωή μιας ολόκληρης χώρας, ή τουλάχιστον της μεσοαστικής της τάξης: έτσι, ο πατέρας Lambert έζησε την παρακμή και το ξεπούλημα του σιδηρόδρομου, κι επίσης στον ελεύθερο χρόνο του είχε κάνει μια ανακάλυψη, την πατέντα της οποίας θέλει τώρα ν’ αγοράσει μια μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία που ετοιμάζει ένα νέο φάρμακο για παρκινσονικούς· εκείνος προτίθεται να δεχτεί τα ψίχουλα που του προσφέρουν, όμως ο μεγάλος γιος πιστεύει ότι είναι η ευκαιρία να πιάσουν, επιτέλους, λεφτά ως οικογένεια -μια αναπλήρωση (ή καλύτερα διόρθωση, για να είμαι μέσα στο φρανζενικό μουντ) των όσων στερήθηκαν επειδή ο πατέρας του δεν ήταν αρκετά φιλόδοξος, όπως και μια αναπλήρωση, κατά κάποιο τρόπο, των ευκαιριών που έχασε κι ο ίδιος ο γιος- ενώ παράλληλα προσπαθεί να αρνηθεί την κατάθλιψή του, διάγνωση της γυναίκας του, αλλά και του ίδιου για τον εαυτό του, όπως και τον αλκοολισμό του· η μητέρα αισθάνεται κι αυτή την απογοήτευση ενός ανεκπλήρωτου δυναμικού, και λοξοκοιτά με ζήλια τη ζωή των άλλων βρίσκοντάς την πληρέστερη και ευτυχέστερη, την ίδια ώρα που η δική της ζωή διαρκώς χειροτερεύει εξαιτίας της κακής υγείας του άντρα της· η κόρη, αποδεχόμενη την πρόταση ενός ανθρώπου που (μεγάλη η χάρη του ίντερνετ) δεν ξέρει τι να κάνει τα λεφτά του να φτιάξει ένα υπέροχο εστιατόριο τζαστ φορ δε φακ οβ ιτ, βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με τη σεξουαλικότητά της και όλες τις σχετικές με αυτήν επιλογές· ο μαρξιστής γιος, αφού χάνει τη δουλειά του εξαιτίας της καπιταλίστριας φοιτήτριάς του, ντυμένος στα πέτσινα προσπαθεί να πουλήσει ένα αυτοβιογραφικό κινηματογραφικό σενάριο όλο αβαντγκάρντ για κλάματα, ξεπουλάει τη βιβλιοθήκη του με τους φιλοσόφους τόμο τον τόμο για να ζήσει και για να εντυπωσιάζει την καινούργια του ερωμένη, και καταλήγει έμπιστος ενός τυχοδιώκτη Λιθουανού πολιτικού, συζύγου της ερωμένης αυτής, πιόνι στη χειρότερη εκδοχή του καπιταλιστικού συστήματος που πάντα λοιδορούσε.
Αν και δεν συμφωνώ συχνά με τον James Wood, θεωρώ ότι οι παράγραφοί του που ακολουθούν αποδίδουν πολύ καλά το The Corrections - τόσο στα θετικά, όσο και στα αρνητικά του:
Jonathan Franzen is the slightly damaged child of Don DeLillo’s peculiar relationship with American culture. DeLillo’s Underworld has been the most influential American novel of the last 15 years. Underworld might fairly have been called The Connections. It seeks to represent the interconnectedness of American society by picturing it as a web threaded on strings of paranoia and power - a kind of Bleak House of the digital age. It combined an old-fashioned solidity and social realism with the prospect of the American writer as a cool cultural theorist, writing riffs and knowing essaylets about the power of the image in American society, about TV, crowds, garbage, the military-industrial complex and so on.
But there was a problem with DeLillo’s example. His novel was a Dickensian novel without any humans in it. DeLillo insisted on connections (the atom bomb is somehow connected to JFK’s assassination and to paranoia) as Dickens’s plots insist on connections (wills, lost relatives, distant benefactors). But in Underworld there are no connections at the human level at all, because there are no human beings in the novel, no one who really matters and whose consciousness matters to himself.
Franzen realised something like this when he read Underworld, and pledged to put the matter right by producing, in his novel The Corrections, a book of DeLillo-like breadth and intellectual critique which was centred on human beings. He proposed, in effect, a softened DeLilloism. So The Corrections is itself a correction, and as such it succeeds marvellously. At its centre is the Lambert family, dominated by Alfred, the difficult patriarch, and Enid, the yearning and frustrated matriarch. Three grown-up children, Gary, Chip and Denise, labour to live adult lives under the long shadow cast by their unhappy parents. Around this tale of family life, Franzen deploys a lot of social life: we learn about a sinister biotech company in Philadelphia, a big midwestern railroad company, a liberal arts college in Connecticut and the pharmaceutical culture.
Franzen’s emphasis on the human is welcome, and doubtless explains the novel’s enormous popularity in America (where it has been a bestseller since it appeared in September). Franzen is a very intelligent, very appealing writer; so much so that an essentially dark book stays in the memory as warm and comic. To call it Tolstoyan seems exaggerated, however. The novelist Michael Cunning ham likens it to Buddenbrooks, but a comparison of those two novels shows The Corrections to be wide rather than deep, and smart rather than subtle. It has some of Mann’s sweep and some of his gentle comedy (and even some of his Schopenhauer); but it lacks the luminous control of that great German book. Indeed, The Corrections suffers from a desire to put too much in. His novel is a kind of glass-bottomed boat through which one can glimpse most of the various currents of contemporary American fiction: domestic realism; postmodern cultural riffing; campus farce; “smart young man’s irony” of the kind familiar in Rick Moody and David Foster Wallace; and, rather too often, an easy journalism of style.
Ο Franzen προσπαθεί να παρουσιάσει κανονικούς ανθρώπους, έστω δυσλειτουργικούς (μα στην τελική αυτοί που σπανίζουν σήμερα είναι οι λειτουργικοί άνθρωποι, οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί ν’ απορεί κανένας με την πληθώρα των δυσλειτουργικών στη λογοτεχνία της εποχής), και να τους παρουσιάσει με τη συμπάθεια και το πάθος που ίσως λείπει από άλλους συγγραφείς που καταπιάνονται με μεγάλα θέματα. Κι ενώ έχει εξαιρετικό μάτι κι αφτί, για μένα πετυχαίνει μόνο εν μέρει. Δεν ξέρω αν θυμάστε Γραμματικές και Συντακτικά. Εκεί λοιπόν οι συντάκτες αναγκάζονται να κατασκευάσουν προτάσεις-παραδείγματα. Επειδή οι προτάσεις πρέπει να είναι οπωσδήποτε σωστές αλλά και ξεκάθαρες, σαφείς, ώστε να επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή απεικόνιση και κατανόηση των κανόνων κ.λπ., καταλήγουν συχνά να δείχνουν λίγο αφύσικες - μυρίζουν φτιαχτές, χωρίς συντακτικά ή γραμματικά να έχεις να τους προσάψεις κάτι. Κάπως έτσι μου μοιάζουν κι οι χαρακτήρες του Franzen: φτιαχτοί, προορισμένοι να δείξουν κάτι. [4] Αν κάτσεις να τους εξετάσεις δεν υπάρχει κάτι που να φωνάζει λάθος, όμως έχουν φτιαχτεί επί τούτου: αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο Franzen αποφάσισε πρώτα τι τύποι του χρειάζονται - θέλω μια γυναίκα που να είναι έτσι, έναν άντρα που να είναι έτσι κ.λπ. (Προφανώς, αυτό μπορεί να μην ισχύει - μπορεί ο Franzen ν’ ανακάλυπτε τους ήρωές του γράφοντας, σε κάθε περίπτωση όμως αναγκαστικά μπορώ να μιλήσω μόνο για την αίσθηση που μου δημιουργήθηκε διαβάζοντάς τον κι όχι για το τι ακριβώς είχε στο μυαλό του γράφοντας.) Αυτό είναι περισσότερο ορατό, για παράδειγμα, στην περίπτωση του νεότερου αδελφού, του καθηγητή που διδάσκει ενάντια στον καπιταλισμό αλλά βλέπει την καριέρα του να καταστρέφεται μετά το ερωτικό του τσιλιμπούρδισμα με φοιτήτρια που αντιπροσωπεύει όσα εκείνος μέχρι τότε απεχθανόταν, καθώς είναι μεγαλωμένη μέσα σε μια ευτυχή εκδοχή του καπιταλισμού και η όλη παρουσία της γκρεμίζει την ως τότε κοσμοθεωρία του. Οι ήρωές του μπορεί να είναι σκιαγραφημένοι με ένα πλήρες φάσμα χρωμάτων, όμως εξακολουθούν να βρίσκονται μέσα σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια ο καθένας, και πού και πού αυτά τα πλαίσια φαίνονται. Θα μου πει κανείς, μα όλοι οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες, ακόμα κι αυτοί που βασίζονται σε πραγματικούς ανθρώπους, είναι φτιαχτοί. Σύμφωνοι. Όμως ο Franzen, πολύ περισσότερο από έναν Wallace, έναν Pynchon ή έναν Everett, γράφει προσπαθώντας να συντηρήσει τη ζωτική ψευδαίσθηση του πραγματικού, ακόμα κι όταν σατιρίζει (και μπορεί να σατιρίσει πολύ πετυχημένα: υπάρχουν στο βιβλίο μέρη όπου με μεγάλη άνεση κατορθώνει να φτιάξει πορτρέτα ανθρώπων μέσα σε καταστάσεις εξαιρετικά πειστικές -πειστικές μέσα στο πλαίσιο του μυθιστορήματος πάντα- ακόμα και στην υπερβολή τους: για παράδειγμα, οι διάλογοι στην τελευταία κρουαζιέρα του ζεύγους Lambert, αν και καταλήγουν κουραστικοί, είναι πολύ πετυχημένοι, και παρουσιάζουν τους διαφορετικούς χαρακτήρες μέσα στη συνθήκη εξαιρετικά και με ζωντάνια· αλλά ακόμα κι εδώ, ο Franzen καταλήγει στον διάλογο με μία κουράδα - μορ ον δατ λέιτερ). Επιπλέον: όταν έχεις εξαντλητικά σκιαγραφημένους κεντρικούς χαρακτήρες, και τους βάζεις ανάμεσα σε καρικατούρες (όπως, για παράδειγμα, ο Λιθουανός, ή η καπιταλίστρια φοιτήτρια) το τελικό αποτέλεσμα μπατάρει ελαφρώς. Και για έναν συγγραφέα που ακριβώς προσπαθεί μέσω της λογοτεχνίας του να επιστρέψει στον άνθρωπο, με όπλο του χαρακτήρες σχεδόν όπως τους μάθαμε από την κλασική λογοτεχνία, αυτό για μένα είναι μια μικρή αποτυχία. [5]
Η αμφιθυμία του Franzen ως προς το αν κάνει υψηλή τέχνη ή μιλά στις μάζες είναι ορατή στο βιβλίο, κι όχι μόνο στη συμπεριφορά του ανθρώπου Franzen (εδώ έχω κατά νου τα πισωγυρίσματα στο θέμα της Oprah) που στην τελική δεν έχει και τόση σχέση με το βιβλίο όση θέλουμε να πιστεύουμε. Αυτό το Σοβαρό, πλην όμως προορισμένο για τις μάζες μυθιστόρημα, καταφέρνει να είναι αυτό που θα έλεγε κάποιος προσβάσιμο χωρίς να είναι χαζό, όμως αισθάνομαι ότι κάτι μοιραία χάνεται στην προσπάθεια να είναι και με τον αστυφύλακα, και με τον χωροφύλακα: είναι σα να καταφέρνει τελικά, προσπαθώντας να απευθυνθεί στο μέσο όρο, να φτιάξει μια λογοτεχνία που είναι κι αυτή του μέσου όρου. Αρκετά προσβάσιμη για να μπορεί να τη διαβάσει και κάποιος που ουδεμία σχέση έχει με πολλή από τη λογοτεχνία που έχει θρέψει τον ίδιο τον Franzen, διαβάζοντας όμως αυτή τη φορά πραγματικά καλή λογοτεχνία, αλλά και κάπως περασμένη με γυαλόχαρτο ώστε, ακριβώς, να απευθυνθεί και σ’ αυτόν χωρίς να τον γρατζουνίσει και πολύ. (Ναι. Είμαι μια σιχαμένη ελιτίστρια, σο σουτ μι.) [9]
Επιπλέον, έχω την αίσθηση ότι o τρόπος που απεικονίζει ο Franzen την πραγματικότητα της ασθένειας -επιλέγοντας να παρουσιάσει, για παράδειγμα, τη συνομιλία του πατέρα με μια κουράδα, και να βάλει την κόρη του ν’ ανοίγει την πόρτα για να τον τσακώσει να προσπαθεί να κάνει κλύσμα- τελικά καταλήγει μέσα σ’ αυτήν την επιθετική παραστατικότητα να μοιάζει κομματάκι ψευδής. Δεν είναι το θέμα η κακογουστιά των αποσπασμάτων -ειδικά της συνομιλίας με την κουράδα- γιατί στο κάτω κάτω η αρρώστια δεν φημίζεται για την υψηλή της αισθητική, κι αυτό έχω την ατυχία -όπως, φαντάζομαι, κι αρκετοί από εσάς- να το γνωρίζω από πρώτο χέρι: η ανθρώπινη ζωή κι ο ανθρώπινος πόνος συνοδεύονται από αίμα, σπέρμα, σκατά και ούρα, ακόμα κι αν πολλοί συγγραφείς το αποσιωπούν· το δράμα αυτών των απεκκρίσεων συχνά έχει και μια άγρια κωμική πλευρά. Απλώς δεν είμαι σίγουρη ότι είναι η πραγματικότητα της ιστορίας που τον οδηγεί σ’ αυτές τις επιλογές - ίσως μια εμμονή του ή μια απόπειρα να πιντσονίσει λίγο (η κοπρολαγνική τάση του Franzen έχει επισημανθεί και στο Freedom, πράγμα που με κάνει λίγο καχύποπτη). Κι είναι παράδοξο ότι αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να με πιάσει από το λαιμό -η αρρώστια του πατέρα, πολύ περισσότερο εφόσον πρόκειται για Πάρκινσον, θεωρητικά θα έπρεπε να ξύσει πολύ πρόσφατες οικογενειακές πληγές- με άφησε, τελικά, ασυγκίνητη. Περισσότερο, για παράδειγμα, με συγκίνησε η μεταχείριση του Franzen στο σπίτι των Lambert: το δείχνει σε μια διαρκή παρακμή που το κάνει αφόρητο για τα παιδιά της οικογένειας, καθώς γερνάει κι αυτό μαζί με τους γονείς τους· το σπίτι είναι η ίδια η οικογένεια από την οποία πάλεψαν τόσο πολύ ν’ απαγκιστρωθούν. Στο σπίτι, δηλαδή, για μένα καταγράφεται πολύ πιο εύστοχα και συγκινητικά η πραγματικότητα της φθοράς των σωμάτων (και ό,τι αυτή συνεπάγεται), παρά τις ξεκάθαρες περιγραφές της τελευταίας από τον Franzen. (Θα συμφωνήσετε, φαντάζομαι, αρκετοί μαζί μου στο πώς τα πατρικά μας γερνάνε μαζί με τους γονείς μας κ.λπ.) Η εικόνα, όμως, του πατέρα Lambert να κάνει κλύσμα στον εαυτό του... Δεν είναι ότι περίμενα να πιάσει ακριβώς τη δική μου αντίστοιχη εμπειρία -το ενδιαφέρον της ανθρώπινης εμπειρίας είναι πως είναι ταυτόχρονα κοινή, μοιρασμένη, και μοναδική-, όμως διαβάζοντας αυτές τις άγριες περιγραφές του Franzen δεν αισθάνθηκα απολύτως τίποτα· σα να μην υπήρχε αρρώστια· λες κι αυτό το άγριο γκρο πλαν έγδυσε τον ήρωά του από την ίδια του την ανθρωπιά.
Αναρωτιέμαι αν αυτά οφείλονται στο ότι ο Franzen προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ δίπολων: γράφει ένα έργο που θέλει να είναι υψηλής λογοτεχνικής αξίας, αλλά θέλει, επίσης, να το γράψει με τρόπο που να μην αποκλείει τον αναγνώστη από αυτό [6]· κι επιπλέον -κι αυτό νομίζω είναι το βασικότερο- προσπαθεί να φτιάξει ένα βιβλίο ανοιχτών οριζόντων (σε αντιπαράθεση με τα βιβλία δωματίου, λογοτεχνικός όρος του οποίου διεκδικώ το κοπιράιτ, και τον οποίο σκοπεύω να αναπτύξω λεπτομερώς στο τελευταίο μέρος αυτής της σειράς, όταν θα υμνώ το αουτσάιντερ μου) όπου όμως οι άνθρωποι να μην είναι απλώς σιλουέτες ή κουκίδες στο βάθος, αλλά να διακρίνονται ξεκάθαρα, σε όλη τη μικροπρεπή μεγαλοπρέπειά τους· κάπου σε αυτή την γενναία προσπάθεια χάνεται λίγο ο βηματισμός: και η ιντερνετική φούσκα, και λίγο από πολιτική φάρσα, και λίγο από Χόλιγουντ, και λίγο από το ένα, και λίγο από το άλλο - το βιβλίο, όπως γράφει κι ο Wood, προσπαθεί να μιλήσει περίπου για τα πάντα· κι είναι δύσκολο να διατηρήσεις την ισορροπία όταν φορτώνεις κάτι διαρκώς, είτε πρόκειται για ένα δωμάτιο, είτε πρόκειται για ένα βιβλίο. Σύμφωνοι, το κάνει κι ο Pychon, το κάνει κι ο Wallace· η αίσθησή μου είναι όμως ότι στη δική τους περίπτωση αυτό το παραφόρτωμα λειτουργεί πολύ πιο επιτυχημένα - ίσως επειδή κατορθώνουν να το εντάξουν σ’ ένα είδος λογοτεχνικού καρναβαλιού: παρελάσεις παράξενων χαρακτήρων και περιστατικών κ.λπ., όπου τελικά το φαινομενικά περιττό και υπερβολικό είναι οργανικό στοιχείο του όλου οικοδομήματος (μιλώ κυρίως για το Gravity’s Rainbow και το Infinite Jest· είναι προφανές ότι βιβλία όπως το Vineland, το Crying of the Lot 49 ή το Brief Interviews with Hideous Men δεν μπορούν να μπουν σ’ αυτή τη σύγκριση) [7]. Κι ακριβώς επειδή το βιβλίο στηρίζεται κυρίως στο ρεαλισμό παρά σε οτιδήποτε άλλο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, δεν χωνεύονται όλα ομαλά - για παράδειγμα, η φυγή του μικρού αδελφού στη Λιθουανία, με τον πολιτικάντη που στην ουσία εξαπατά ξένους μέσω ίντερνετ πουλώντας τους οδούς, πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας κ.λπ. είναι τόσο εξαντρίκ, που θα ταίριαζε, ίσως, σ’ ένα βιβλίο γραμμένο συνολικά με τον τρόπο του Pynchon, αλλά στο συγκεκριμένο μοιάζει με επεισόδιο σαπουνόπερας που παρακολουθούν οι ήρωες άλλης σαπουνόπερας (μη μου δίνετε σημασία, έχω φτάσει στα μισά του δεύτερου κύκλου τού Twin Peaks κι έχω κατακαεί) χωρίς, σε αυτή την περίπτωση, να μπορέσει να λειτουργήσει ως μέτα στοιχείο· επειδή ακριβώς προσπαθεί να δώσει μια τόσο πλήρη εικόνα, το βιβλίο κερδίζει σε εύρος αλλά σχεδόν μοιραία χάνει σε βάθος. [8].
H Sasha Grey δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το περιεχόμενο του ποστ. Απλώς θέλω να σε επιβραβεύσω, ηρωικέ αναγνώστη, που διάβασες μέχρι εδώ.
Ούτε ο Ryan Gosling έχει σχέση με το περιεχόμενο του ποστ. Απλώς θέλω να σε επιβραβεύσω, ηρωική αναγνώστρια, που διάβασες μέχρι εδώ. ETA: Αφού πρώτα καταγγείλω αναγνώστρια του μπλογκ η οποία αποκάλεσε τον Ryan φλώρο, σας παραπέμπω σε φωτογραφία του παντελώς άγνωστου και αδιάφορου στη γιορς τρούλι Alexander Skarsgård που αντιπρότεινε η συγκεκριμένη αναγνώστρια ως καλύτερη επιλογή οφθαλμόλουτρου για το γυναικείο αναγνωστικό κοινό. Θέτω, επίσης, το σημαντικότατο ερώτημα: Ποιος από τους δύο είναι καλύτερος; Ξεχάστε τον Franzen και τη μεγάλη λογοτεχνία, ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ.
Η αμφιθυμία του Franzen ως προς το αν κάνει υψηλή τέχνη ή μιλά στις μάζες είναι ορατή στο βιβλίο, κι όχι μόνο στη συμπεριφορά του ανθρώπου Franzen (εδώ έχω κατά νου τα πισωγυρίσματα στο θέμα της Oprah) που στην τελική δεν έχει και τόση σχέση με το βιβλίο όση θέλουμε να πιστεύουμε. Αυτό το Σοβαρό, πλην όμως προορισμένο για τις μάζες μυθιστόρημα, καταφέρνει να είναι αυτό που θα έλεγε κάποιος προσβάσιμο χωρίς να είναι χαζό, όμως αισθάνομαι ότι κάτι μοιραία χάνεται στην προσπάθεια να είναι και με τον αστυφύλακα, και με τον χωροφύλακα: είναι σα να καταφέρνει τελικά, προσπαθώντας να απευθυνθεί στο μέσο όρο, να φτιάξει μια λογοτεχνία που είναι κι αυτή του μέσου όρου. Αρκετά προσβάσιμη για να μπορεί να τη διαβάσει και κάποιος που ουδεμία σχέση έχει με πολλή από τη λογοτεχνία που έχει θρέψει τον ίδιο τον Franzen, διαβάζοντας όμως αυτή τη φορά πραγματικά καλή λογοτεχνία, αλλά και κάπως περασμένη με γυαλόχαρτο ώστε, ακριβώς, να απευθυνθεί και σ’ αυτόν χωρίς να τον γρατζουνίσει και πολύ. (Ναι. Είμαι μια σιχαμένη ελιτίστρια, σο σουτ μι.) [9]
Προσπαθώντας να το σχηματοποιήσω κάπως, κατέληξα στο εξής (άλλη μια διευκρίνιση του αυτονόητου, μιλώ πάντα για τους συγγραφείς και όχι για τους ανθρώπους): σε μια σχολική αίθουσα, ο Franzen είναι ο καλός μαθητής που από τη μία τον θαυμάζεις για την συνέπεια και την επιμέλειά του, από την άλλη, όμως, σε εκνευρίζει κιόλας γιατί πολύ απλά είναι σπασίκλας. Τα σπασικλάκια που έχω στο μυαλό μου ήταν πολύ καλοί χωρίς απαραιτήτως να είναι εξαιρετικά έξυπνοι (κι αυτό δεν είναι μομφή στον Franzen: ένας πολύ καλός συγγραφέας δεν είναι απαραιτήτως έξυπνος με την κλασική έννοια του όρου), απλώς επειδή δούλευαν αξιοθαύμαστα πολύ· έτειναν να παπαγαλίζουν κι έδιναν τις σωστές απαντήσεις, όμως είχες την αίσθηση ότι κινούνταν μέσα στα όρια που ήξεραν ή αισθάνονταν ότι τους είχε θέσει ο καθηγητής· δυσκολεύονταν να περάσουν λίγο πιο πέρα από αυτά που τούς είχαν παραδοθεί ως σωστά (το λαχταρούσαν, όμως) κι όταν το έκαναν, το έκαναν διστακτικά, χωρίς να το πετυχαίνουν πάντα - από την αυθεντικότητα και τη ζωντάνια της δικής τους σκέψης (και το φόβο του λάθους), προτιμούσαν την ασφάλεια της νόρμας· η όποια κριτική τους περιοριζόταν κι αυτή στα όρια του αποδεκτού για να βαθμολογηθεί καλά η έκθεση ιδεών.
O Franzen μοιράζεται το ίδιο θρανίο με τον άλλο αριστούχο της τάξης, τον Wallace. Ο Wallace μπορεί κι αυτός να ενταχθεί στην κατηγορία σπασικλάκι, με μερικές διαφορές: επειδή γουστάρει το τένις, για παράδειγμα, μπορεί να κάνει και μια καλή συζήτηση για τα αθλητικά χωρίς να δείχνει ότι προσπαθεί να ταιριάξει με τους άλλους προσποιούμενος ότι ενδιαφέρεται· επειδή ιδρώνει συνέχεια, δυσκολεύεται να απαντά διαρκώς στις ερωτήσεις του καθηγητή· κι επιπλέον, δεν φοβάται να είναι και χιουμορίστας ή ηλίθιος - του βγαίνει αυθόρμητα, δεν το προσπαθεί. Ως προς τα μαθητικά του καθήκοντα, είναι περισσότερο απομακρυσμένος από την ανάγκη να υπακούει στους κανόνες και δεν φοβάται να παρουσιάσει κάτι άλλο από αυτό που ξέρει πως ο καθηγητής θα δεχτεί ως σωστό· ο ανταγωνισμός αυτών των δύο τους κάνει καλύτερους και τους δύο - ο Franzen πιέζεται να βγει εκτός ορίων όταν βλέπει ότι αυτές οι κινήσεις του Wallace βγαίνουν σε καλό· κι ο Wallace εμπνέεται από την επιμέλεια του διπλανού του.
(Ο μόνος τρόπος να πιάσουν γκόμενα αυτοί οι δύο, όπως καταλαβαίνετε, είναι να γίνουν διάσημοι για κάτι.)
Ο καθηγητής είναι ο Don DeLillo· πέρσι δίδασκε σε αυτήν την τάξη κι ο Cormac McCarthy, αλλά απολύθηκε ως μισάνθρωπος.
Όσο για τον Thomas Pynchon, αυτός είναι η καθαρίστρια που σφουγγαρίζει το διάδρομο έξω από την αίθουσα. Κανένας δεν υποψιάζεται ότι στην πραγματικότητα είναι ένας μπαφάκιας που προσπαθεί να κρυφτεί από τους διώκτες του. Μερικές φορές στα διαλείμματα παίρνει από δίπλα του τον Franzen και τον Wallace και τους κάνει μακρόσυρτα, βραχνά κηρύγματα για τη ζωή, τους μπάφους, και τα χταπόδια που επιτίθενται σεξουαλικά σε ανύποπτες λουόμενες.
Αν διάβαζα το βιβλίο πιο κοντά στην εποχή του, πεντέξι χρόνια πριν, ας πούμε, και ως η αναγνώστρια που ήμουν τότε, μπορεί και να συγκλονιζόμουν. Μπορεί να είχα μετατραπεί σε μια φανατική φρανζενίστα και να κράδαινα όλο το φετινό καλοκαίρι την Ελευθερία ως το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα σε παραλίες και σε τρένα. Μπορεί και όχι - πώς να το ξέρει κανείς αυτό. Το βασικότερο συμπέρασμα είναι ότι με το συγκεκριμένο βιβλίο δεν πολυταίριαξα. #pestenamefate
Δε βέρντικτ:
NOTES & ERRATA
[2] Για να δώσω ένα παράδειγμα αναγνώστριας και βιβλίου που εκτιμώ: η annabooklover διάβασε πολύ διαφορετικά το Sunset Park από ό,τι εγώ (εδώ το δικό μου κείμενο). Μπορεί να διαφωνώ με την ανάγνωσή της -είναι ξεκάθαρο αν μπουν τα κείμενά μας δίπλα δίπλα-, όμως την καταλαβαίνω και την σέβομαι.
[3] Δεν έχω διαβάσει τίποτα από την τελική λίστα και πέραν της Jennifer Egan και του Dan Chaon τα υπόλοιπα ονόματα μου φαίνονται λίγο-πολύ άγνωστα· πριν βιαστεί κανείς όμως να πει ότι αυτό αποδεικνύει την υπεροχή του Franzen, να θυμίσω ότι το ίδιο το βραβείο πολλές φορές οδηγεί στο να αναγνωριστεί ένας συγγραφέας έναντι άλλων, χωρίς απαραίτητα το βιβλίο του να είναι το καλύτερo· μια πρόχειρη αναζήτηση στη βιβλιονέτ δείχνει ότι όχι απλώς κανένα από τα βιβλία αυτής της λίστας δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά και κανένας από τους συγγραφείς της λίστας γενικά - πλην, φυσικά, του Franzen. Το αν αυτό συνέβη επειδή το βιβλίο του είναι ανώτερο ή επειδή, απλούστερα, ήταν αυτό που μπορούσε να κυκλοφορήσει με την κορδέλα του βραβείου είναι κάτι που μόνο αν διαβάσει κανείς όλα τα βιβλία μπορεί να το απαντήσει.
[4] Το ίδιο ισχύει και γενικά, όχι μόνο για τους χαρακτήρες: συνολικά διαβάζοντας το Corrections είχα την αίσθηση ότι ο συγγραφέας είχε μια μακριά λίστα πραγμάτων με τα οποία ήθελε να ασχοληθεί και το μεγαλύτερο άγχος του δεν ήταν πώς θα ισορροπήσουν όλα αυτά, αλλά αν θα καταφέρει να τα διαγράψει όλα από τη λίστα.
[5] Ας πούμε ότι η σκιαγράφηση των χαρακτήρων, περιληπτικά και μπακαλίστικα, δεν είναι εξίσου σημαντική για κάθε συγγραφέα ή ακόμα και για τον ίδιο συγγραφέα από βιβλίο σε βιβλίο. Έτσι συχνά οι χαρακτήρες δεν είναι παρά ενσάρκωση μιας κεντρικής ιδέας που θέλει να αναπτύξει ο συγγραφέας, ή οχήματα για να προχωρήσει το βιβλίο κ.λπ. Άλλοι συγγραφείς δίνουν έμφαση στη σκιαγράφηση ολοκληρωμένων χαρακτήρων κι άλλοι όχι· παρά τη λατρεία μου στον Saramago, για παράδειγμα, δεν θεωρώ βασικό προτέρημα των έργων του την ψιλοβελονιά στους χαρακτήρες, πολύ απλά γιατί δεν την κάνει· από βιβλίο σε βιβλίο διαπιστώνει κανείς ότι χρησιμοποιεί τύπους χαρακτήρων (καναδυό σαραμαγκικά αρσενικά αρκούν για να καταλάβεις όλα τα σαραμαγκικά αρσενικά) και το βασικότερο εδώ δεν είναι η προσωπική ιστορία του καθενός και πώς τον διαμορφώνει -οιδιπόδεια, απώλειες, γιου νέιμ ιτ- όσο η τοποθέτηση αυτών των ανθρώπινων τύπων εντός μιας κατάστασης· ακριβώς όπως στα παραμύθια -κι ο Saramago είναι παραμυθάς πολύ περισσότερο από άλλους- δεν μας νοιάζει τόσο η λεπτή ψυχολογία της Κοκκινοσκουφίτσας. Το ζήτημα είναι ότι αυτοί οι σαραμαγκικοί τύποι είναι απολύτως συμβατοί με το ευρύτερο λογοτεχνικό σχέδιο του Saramago, εξυπηρετούν το σύνολο κι έτσι δεν αισθάνεσαι την έλλειψη ενός πιο ολοκληρωμένου, πολύπλευρου, γιου νέιμ ιτ χαρακτήρα· επιπλέον, όμως, δεν αισθάνεσαι ότι αυτή η μεταχείριση κάνει τον Saramago απάνθρωπο συγγραφέα ή λιγότερο ανθρωποκεντρικό από άλλους.
Είναι άλλο πράγμα η μεταχείριση των χαρακτήρων και η σκοτεινιά ενός βιβλίου από την ανθρωπιά ενός συγγραφέα ή καλύτερα ενός έργου. Έχω ξαναγράψει εδώ ότι συχνά προτιμώ αδίστακτους συγγραφείς. Συγγραφείς που δεν φοβούνται να πληγώσουν τον αναγνώστη, να τον αναγκάσουν να κλείσει το βιβλίο αβέβαιος για την τύχη των ηρώων, φοβούμενος ότι τελικά δεν θα τα καταφέρουν, ότι τίποτε δεν θα πάει καλά, ή απελπισμένος που τίποτα δεν πήγε καλά. Το έλεγα, για παράδειγμα, για το Room της Donoghue, βιβλίο που κατά τη γνώμη μου υπέφερε από αυτή τη βασική επιθυμία όλα, τελικά, στη ζωή του μικρού Jack να πάνε καλά. Αυτό που εγώ θεώρησα ελάττωμα του βιβλίου, φυσικά, ήταν ίσως από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του για πολλούς άλλους αναγνώστες: επειδή η ζωή απωθεί τα χάπι εντ (τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε, στην τελική· χάρντλι ε χάπι εντ), η λογοτεχνία έρχεται να καλύψει το κενό. Το κενό όχι μόνο των χάπι εντ, αλλά του τέλους γενικότερα: οι ιστορίες τελειώνουν πολύ πιο ικανοποιητικά στο χαρτί από ό,τι στη ζωή, όπου συχνά δεν τελειώνουν καν, απλώς σβήνουν ή τις αφήνουμε πίσω μας χωρίς απαραιτήτως να έχουμε ένα ηθικό δίδαγμα ή έστω ένα συμπέρασμα από δαύτες (η πολυπόθητη ευτυχία, δε, μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποδεικνύεται μια στιγμή, και το ερώτημα είναι πώς αντέχεις πριν από αυτή τη στιγμή ή μετά από αυτήν;)· πολλή λογοτεχνία, να μην πω όλη, γράφεται πάνω ακριβώς σε αυτό το κενό της ζωής. Το ότι ένας συγγραφέας αναγνωρίζει αυτή τη βασική αλήθεια και προσπαθεί να την εντάξει στο έργο του για να καταγράψει την ανθρώπινη εμπειρία δεν τον κάνει λιγότερο ανθρώπινο από έναν άλλο που προσπαθεί να προσφέρει στον αναγνώστη μια κατάληξη ή μια παρηγοριά, τουλάχιστον όχι για μένα.
[6] Είναι αυτή η επιλογή λαθεμένη; Όχι. Αν και μερικές φορές ξεχνάμε ότι το δίλημμα καλό βιβλίο ή προσβάσιμο στον αναγνώστη είναι μάλλον ψευδεπίγραφο, καθώς μοιάζει να υπονοεί ότι ο αναγνώστης είναι απλώς ένας ηλίθιος που πρέπει να του τα κάνεις πενηνταράκια μπας και καταλάβει. (Αν είναι όντως τόσο ηλίθιος, ίσως η προσπάθεια να κάνεις λογοτεχνία χάνει εξ αρχής το νόημά της· αν εσύ είσαι τόσο πανέξυπνος, γιατί γράφεις λογοτεχνία για ηλίθιους;) Τόσο ο Pynchon, ας πούμε, όσο κι ο Franzen, όσο κι η Atwood, ο Auster, η Krauss, ο οποιοσδήποτε κι η οποιαδήποτε, γράφουν με στόχο, μεταξύ άλλων, να διαβαστούν κιόλας: αδυνατώ να πιστέψω ότι κάποιος μπαίνει στη διαδικασία να εκδώσει κείμενά του χωρίς να υπολογίζει ότι θα διαβαστεί, χωρίς να θέλει να διαβαστεί, χωρίς να τον ενδιαφέρει ότι θα διαβαστεί. Είτε από καθαρή αλαζονεία, είτε επειδή όντως πιστεύει ότι κάτι θα προσφέρει -και πάλι, δεν με ενδιαφέρουν οι προθέσεις-, ο συγγραφέας γράφει κι εκδίδει για να διαβαστεί. Μπορεί να τον ενδιαφέρουν οι αναγνώστες ως άτομα περισσότερο παρά ως μάζα, μπορεί να τους προσεγγίζει με διαφορετικό τρόπο· κάποιοι συγγραφείς μπορεί να αντιμετωπίζουν τον αναγνώστη σαν χαζό ή έστω σαν μαθητή, άλλοι σαν ισάξιο συνδημιουργό του βιβλίου ή συνομιλητή, άλλοι μπορεί να έχουν απαιτήσεις από τον αναγνώστη να φτάσει προς το έργο τους αντί να χαμηλώσουν το έργο προς αυτόν κι άλλοι μπορεί να κάνουν ακριβώς το αντίστροφο, όλοι όμως απευθύνονται στον αναγνώστη, κι αυτό έχει συνέπειες. Το προβληματικό κατά τη γνώμη μου είναι εάν συστηματικά χαμηλώνεις τον πήχη για χάρη ενός μέσου αναγνώστη που τελικά δεν είναι παρά ένα φάντασμα. Προφανές, τέλος, ότι προτιμώ έναν συγγραφέα που υπερεκτιμά την ευφυΐα του κοινού του, παρά κάποιον που την υποτιμά.
[ 7] Φυσικά, το ζήτημα δεν είναι αν ο Franzen είναι καλύτερος από τον Wallace κ.λπ. Μπορεί κανείς να θεωρεί -κι ίσως να έχει δίκιο- ότι η προσπάθεια του Franzen είναι πολύ πιο γενναία, ολοκληρωμένη και ουσιαστική και δεν συμμαζεύεται· άλλος θα μπορούσε να πει ότι οι στόχοι είναι κοινοί, απλώς οι δρόμοι προς τα εκεί διαφορετικοί και ο καθένας έχει το ενδιαφέρον του. Δεν προσπαθώ να αποκαθηλώσω κανέναν Franzen, απλώς να εξηγήσω γιατί ένα πολύ καλό βιβλίο ενός επίσης πολύ καλού συγγραφέα δεν λειτουργεί για μένα με τον τρόπο που λειτουργεί για άλλους. (Και να με συμπαθάτε που διευκρινίζω κάθε φορά τα αυτονόητα, με τον Franzen όμως -περισσότερο από ό,τι με οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα- αισθάνομαι από άλλους αναγνώστες μια αφόρητη πίεση ότι πρέπει οπωσδήποτε να μου αρέσει κι ότι δεν είναι δυνατόν να μην θεωρώ τα βιβλία του τα καλύτερα που έχω διαβάσει. Γιατί; Γιατί είναι τα Μεγάλα Αμερικάνικα Μυθιστορήματα του Μεγάλου Αμερικανού Συγγραφέα. Ε σόρι κιόλας, αλλά ο χαρακτηρισμός όπως λέγαμε και στο προηγούμενο ποστ δεν συνιστά απόδειξη - αντιθέτως, πρέπει ο ίδιος να αποδειχθεί.)
[8] Περιττό νομίζω να προσθέσω εδώ ότι δεν θεωρώ ότι το Corrections είναι μια πλήρης εικόνα της κατάστασης του βορειοαμερικάνικου έθνους πριν την 11/9, διότι αυτή η εικόνα είναι, νομίζω, τόσο πλούσια και πολυσχιδής, που δεν μπορεί να αποδοθεί από ένα μυθιστόρημα, όσο καλό κι αν είναι αυτό, κάτι που ελπίζω να έγινε σαφές και στο προηγούμενο ποστ.
[9] Παρακολουθήστε, για παράδειγμα, τη συζήτηση για την φετινή τελική λίστα του βραβείου Μπούκερ, όπου φαίνεται πως το βασικό κριτήριο επιλογής δεν ήταν άλλο από το πόσο διαβαστερά είναι τα βιβλία: έχω την εντύπωση ότι φτωχαίνουμε πολύ την αναγνωστική εμπειρία αν κρίνουμε τα βιβλία μόνο με όρους του στιλ να διαβάζονται ευχάριστα. Τι σημαίνει να διαβάζονται ευχάριστα; (βλέπε και υποσημείωση 5).




5 κρα:
epic post is epic. ταπεινά υποκλίνομαι.
Α...σήμερα ξεπεράσατε κάθε όριο...
Μπράβο!!
Μερσί. Αν και ακόμα περιμένω απάντηση στο φλέγον ερώτημα: Ράιαν ή Αλεξάντερ; :ο)
E, ναι, τελικά υπάρχουν άνθρωποι που δεν τον έχουν διαβάσει ακόμα! Μπαίνοντας στο blog σου σήμερα είχα στο νου μου το corrections και το freedom αλλά σκέφτηκα "σιγά μην έγραψε η Μ. κάτι γι' αυτά". Κι έπεσα πάνω του :-) Δεν διάβασα όλο το ποστ σου, μόνο 3 παραγράφους στην αρχή και μία στο τέλος. Πρόκειται να τα διαβάσω σύντομα και φοβήθηκα τυχόν σπόϊλερ ή να μην με προκαταλάβει η άποψή σου (που κατάλαβα μέσες άκρες ποια είναι).
Και η απάντηση στο φλέγον είναι Ράϊαν με χίλια. Όποιος/α τον έχει δει στο Half Nelson θα συμφωνήσει.
Φιλιά και θα επανέλθω μετά την ανάγνωση που θα γίνει επίσης σε τρένα, αν με αφήσουν κι εκεί στην ησυχία μου.
StrangeEmily, είδες, αντιστάθηκα όσο μπορούσα αλλά δεν. Περιμένω εντυπώσεις αν είναι. :-)
Δημοσίευση σχολίου