4/9/11

Από το αναγνωστικό ημερολόγιο: Οι δύο J.F. και το αουτσάιντερ, #1

[Όπου η Μ. εξιστορεί τι συνέβη όταν, επιτέλους, αποφάσισε να διαβάσει τον Great American Novelist· παρουσιάζει τις αναμνήσεις της από τη συνάντηση με τον χαμένο μικρό αδελφό του προαναφερθέντος Great American Novelist· ισχυρίζεται ότι το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα δεν είναι παρά ένα φάντασμα· εξηγεί γιατί, Great American Novelist ορ νοτ, εκείνη τελικά υπέκυψε στα θέλγητρα ενός ταπεινού συγγραφέα που ίσως ποτέ να μην γράψει ένα Great American Novel, έχει όμως γράψει ένα μυθιστόρημα που ήδη από τώρα βρίσκεται στο τοπ τεν της για τη φετινή χρονιά· και τελικά ανακαλύπτει ότι το ποστ κατέληξε σετ υπέρδιπλα σεντόνια και μαξιλαροθήκες με δώρο κουβερλί, ακόμα και για τα δικά της, φιλικά προς σεντόνια και λοιπά είδη προικός δεδομένα, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να το χωρίσει σε τέσσερα, αν έχετε το θεό σας, μικρότερα ποστ, γιατί φυσικά δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει στη ζωή της.]

Ένας αναγκαίος, και μάλλον φλύαρος, πρόλογος
[Όπου συζητιούνται, μεταξύ άλλων, η περί τον Franzen υστερία· τα γυαλιά του Franzen· η Oprah· η αγία τετράδα του βορειοαμερικάνικου μυθιστορήματος· το φάντασμα του Μεγάλου Αμερικάνικου Μυθιστορήματος· o Percival Everett.]

Ο δισταγμός μου να διαβάσω τον Jonathan Franzen δεν οφειλόταν στον ίδιο, όσο στην περί τον Franzen υστερία με αφορμή την έκδοση του Freedom πέρυσι - υστερία που μάλλον όσο τον κολακεύει, άλλο τόσο τον δυσκολεύει. Κι έτσι, ενώ είχα ένα αντίτυπο του The Corrections στο ράφι, θεωρώντας προτιμότερο να διαβάσω πρώτα αυτό και μετά ν’ αποφασίσω αν θα συνεχίσω με το Freedom, το άφησα να σκονίζεται για μήνες: με είχε ενοχλήσει, για παράδειγμα, το εξώφυλλό του στο Time - ο συγγραφέας με τα χαρακτηριστικά του γυαλιά και ύφος Έχω στην πλάτη μου το βάρος όλου του κόσμου κι ο τίτλος: Great American Novelist. (Ναι, δεν ευθύνεται ο ίδιος για τη φωτογραφία - δεν μπορώ να τον κατηγορήσω γι’ αυτό, εγώ που μονίμως βγαίνω στις φωτογραφίες με το τρομοκρατημένο ύφος της αγελάδας μπροστά στο χασάπη· ναι, δεν διάλεξε ο ίδιος τον τίτλο. Αλλά μιλώ τώρα για το πώς παρουσιάζεται ο Franzen κι όχι για τον ίδιο τον Franzen, σο μπέαρ γουίθ μι.)
Προσπαθώ ακόμα να το καταλάβω. Φυσικά, όλα όσα θα ακολουθήσουν είναι δικές μου εκτιμήσεις, ανλές στέιτεντ αδεργουάιζ, άρα το κατά πόσο θα τα δεχτείτε εξαρτάται από το πόσο μετράτε γενικά τις εκτιμήσεις μου, βασισμένοι στα όσα γράφω τόσο καιρό στο μπλογκ, και, φυσικά, από το πόσο λογικές σας φαίνονται κ.λπ.· θεωρώ δεδομένο ότι όταν με διαβάζετε χρησιμοποιείτε και το μυαλουδάκι σας, τούτο εδώ είναι μπλογκ, δεν είναι ευαγγέλιο - και στο κάτω κάτω, ειδικά τα ευαγγέλια πρέπει να τα διαβάζουμε χρησιμοποιώντας το μυαλουδάκι μας· εννοείται ότι αν διαφωνείτε, και θεωρείτε σημαντικό να εκφράσετε τη διαφωνία σας στο μπλογκ μιας τυχάρπαστης μαραμένης παπαρούνας, μπορείτε μια χαρά να το κάνετε στα σχόλια, αν και μέχρι στιγμής συστηματικά επιλέγετε να με αφήνετε να σολάρω για λόγους που μου διαφεύγουν, αλλά θα τους ερευνήσω για τις ανάγκες της διδακτορικής μου διατριβής με τίτλο Μπλόγκερ από το 2007: Τι μου έμαθαν οι δραματικοί μου μονόλογοι.

Τέλος πάντων, αυτές είναι οι υποθέσεις μου για την περί τον Franzen υστερία: Το The Corrections ήταν μια μεγάλη κριτική κι εμπορική επιτυχία· είχε συζητηθεί, βραβευτεί, αγαπηθεί· λογικό, λοιπόν, το επόμενο μυθιστόρημα να το περιμένουν αναγνώστες και κριτικοί με αγωνία. Η οποία αυξανόταν όσο περνούσε ο καιρός χωρίς ο Franzen να το εκδίδει -κάπως έτσι υποθέτω ότι περίμεναν για καιρό το κάτι μεγάλο που θα έγραφε ο David Foster Wallace μετά το Infinite Jest- ενώ παράλληλα δεν ήταν αρκετά εξαφανισμένος ώστε να ξεχαστεί. Ο Franzen κινείται σ’ αυτό το περίεργο μεταίχμιο - είναι ένας Σοβαρός συγγραφέας αλλά ταυτόχρονα είναι κι εξαιρετικά δημοφιλής, πράγματα που δεν έχουμε συνηθίσει να συμβιβάζονται· πιθανότατα σε αυτό παίζει ρόλο ο εξωλογοτεχνικός παράγοντας της Oprah: ο όλος καβγάς-που-ίσως-τελικά-να-μην-ήταν-καβγάς μαζί της έκανε τον Franzen γνωστό ακόμα και σε μερίδα του κοινού που κανονικά δεν θ’ ασχολιόταν και πολύ με συγγραφέα αυτού του είδους· κάποιοι ίσως να τον θυμούνταν σαν έναν καταγέλαστο ελιτιστή, όπως και να έχει όμως, τον θυμούνταν· προφανώς, βέβαια, υπάρχει κι ο λογοτεχνικός παράγοντας αυτής της δημοφιλίας, ο οποίος δεν έχει σκέτα να κάνει με το ότι είναι καλός συγγραφέας (αυτό δεν αρκεί να σε κάνει δημοφιλή, ούτως ή άλλως), αλλά με το ότι είναι και προσιτός, ή τουλάχιστον πιο προσιτός από έναν Wallace ή έναν Thomas Pynchon, άρα ευκολότερα γοητεύει και αναγνώστες που δεν είναι ανοιχτοί σε μεταμοντερνιές κ.λπ. και τσινάνε σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως αναίτια δύσκολο και στρυφνό.

Επιπλέον, κι εδώ αρχίζω να το παρατραβάω, ίσως: Η αγία τετράδα της λογοτεχνίας των ΗΠΑ -Cormac McCarthy, Thomas Pynchon, Philip Roth και Don DeLillo- έχει πια γεράσει, και στα γεράματά της δίνει λιγότερο σημαντικά βιβλία, με το καθένα από αυτά να διατρέχει τον κίνδυνο ν’ αποδειχθεί κύκνειο άσμα - σίγουρα, οι νεκρολογίες αυτών των τεσσάρων είναι από καιρό έτοιμες στα αρχεία των εφημερίδων· μετά το Νόμπελ της Toni Morisson κανένας δεν έχει κριθεί άξιος από την ακαδημία να βραβευτεί, την ίδια στιγμή που η αμερικάνικη λογοτεχνία δεν φαίνεται να παρακμάζει - το ζήτημα, όμως, του αν θα υπάρξει στο μέλλον μια αντίστοιχη αγία τετράδα (ή ίσως τριάδα ή πεντάδα)  και με ποια μέλη παραμένει ανοιχτό· υπάρχουν πολλοί και ικανότατοι συγγραφείς, όμως ποια είναι τα ονόματα που θα καταφέρουν να φτάσουν στο ύψος ενός DeLillo ή ενός Roth; Μήπως δεν υπάρχουν πια ονόματα αυτού του μεγέθους; Το σιγουράκι για μια θέση στη μελλοντική αγία τετράδα, ο Wallace, δεν ζει πια. Ο άλλος λογικός υποψήφιος για το ρόλο του σουπερστάρ του λίτεραρι ήταν ο φίλος τού Wallace, όσο απρόθυμος κι αν ήταν ο ίδιος να παραστήσει τον σουπερστάρ.

Θα έλεγα επίσης ότι στην αποθέωση του Franzen συνέβαλε και η οικονομική κρίση που είχε προηγηθεί στις ΗΠΑ, η οποία -όπως η 11η Σεπτεμβρίου πριν από μερικά χρόνια-, ανανέωσε την αναζήτηση του Μεγάλου Αμερικάνικου Μυθιστορήματος που θ’ απαντούσε σε αυτήν ή θα την κατέγραφε, με ένα τρόπο - και αν δεν είναι το βιβλίο ενός Franzen υποψήφιο για τον τίτλο αυτό, είναι το σκεπτικό εδώ, τότε ποιανού το βιβλίο θα είναι; Η αίσθησή μου είναι ότι όλο αυτό το κλίμα ήταν που προστέθηκε σ’ αυτά που έλεγα στην προπροηγούμενη παράγραφο και οδήγησε στη δημιουργία της φρανζενικής υστερίας του περσινού καλοκαιριού (μαζί με τον παράγοντα ίντερνετ, άι γκες). Προσθέστε σ’ όλα αυτά α) την όλη συζήτηση για τη στάση που θα κρατούσε η Oprah απέναντι στο Freedom με δεδομένο το κακό παρελθόν της με τον Franzen (η Oprah τελικά έδωσε στο βιβλίο τη σφραγίδα της κι ο Franzen αυτή τη φορά εμφανίστηκε στην εκπομπή της), β) την ατυχή έκδοση, στην Αγγλία, του βιβλίου χωρίς τις τελικές αλλαγές του, γ) τη συζήτηση που ξεκίνησε για το αν ο Franzen προβάλλεται ως Great American Novelist επειδή είναι άντρας, και αν αντίστοιχα γυναικεία βιβλία έχουν ή όχι την προβολή του Freedom [1] δ) την κλοπή των γυαλιών του (για όνομα) και γιου γκοτ δε πίκτσερ.

Τα γυαλιά του Franzen ήταν, νομίζω, το τελειωτικό χτύπημα για μένα, και το The Corrections έμεινε να μαζεύει σκόνη, παρά το ότι επί της αρχής έβρισκα, κι εξακολουθώ να βρίσκω, εξαιρετικά ευχάριστο ένα βιβλίο -και μάλιστα ένα βιβλίο απαιτήσεων, κατά τα φαινόμενα, κι όχι μια φυλλάδα σε στιλ Αλχημιστή ή Μυστικού και δεν συμμαζεύεται- να κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση. Σύμφωνοι, δεν ευθύνεται ο Franzen για τις παρεκτροπές αυτής της συζήτησης, θα προτιμούσα όμως, επειδή είμαι και γριά παράξενη, να διαβάσω το βιβλίο του χωρίς να βλέπω το όνομά του σε κάθε δεύτερο σάιτ στο ιντερνέτι, ευχαριστώ. Αλλά η όλη κουβέντα τελειωμό δεν είχε: κάποιοι κριτές κάποιου βραβείου τόλμησαν, όπως έλεγα σε προηγούμενο ποστ, να δώσουν το βραβείο όχι σε αυτόν, αλλά σε κάποια γκόμενα· το Freedom δεν ήταν καν στην τελική λίστα για το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου· και φτάσαμε αισίως στην άνοιξη του 2011, οπότε και κυκλοφόρησε η ελληνική μετάφραση του Freedom, κι εκεί που στις ΗΠΑ έμοιαζαν όλοι έτοιμοι να συνεχίσουν τη ζωή τους, περνώντας, πια, στο The Pale King, η συζήτηση για το Freedom πέρασε τον ωκεανό και μεταφέρθηκε, κακομεταφρασμένη ενίοτε, και στα ελληνικά. Η ελληνική εκδοχή της φρανζενικής υστερίας -που αν μη τι άλλο δείχνει ότι τα αντανακλαστικά των εκδοτών, των εφημερίδων και μιας μερίδας, τουλάχιστον, του αναγνωστικού κοινού έχουν βελτιωθεί- μου θύμισε την υστερία για τα βιβλία του Irvin Yalom [2] (όχι, δεν θα ξαναμιλήσω για τον Coelho, διότι μιλάμε για βιβλία τώρα, όχι για παριζάκι συσκευασμένο σε μορφή βιβλίου - να συνεννοούμαστε). Έφτασε το καλοκαίρι κι είχες την εντύπωση η πρωτοκαθεδρία των εκδόσεων Ψυχογιός στις ελληνικές παραλίες βρέθηκε να απειλείται από έναν μάλλον ανέλπιστο ανταγωνιστή από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

Το πρόβλημα της όλης συζήτησης για μένα είναι η επικέντρωση στο Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα: αυτό που νομίζω συχνά ξεχνιέται στις σχετικές συζητήσεις και στην ελληνική εκδοχή τους -ναι, έχω συγκεκριμένες συζητήσεις στο μυαλό μου, και όχι, δεν ήταν όμορφο το να τις ακούς-, είναι ότι το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα δεν είναι αντικειμενικά ορισμένο, δεν είναι καν ένα βραβείο που απονέμεται από κάποιου είδους επιτροπή (κι ακόμα κι αν ήταν, θα μπορούσε και πάλι ν’ αμφισβητηθεί ή ν’ αποδειχθεί, με την πάροδο του χρόνου, άστοχο)· το χι μυθιστόρημα δεν αποκτά αξία επειδή το αποκαλούμε Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα - δεν κάνει ο χαρακτηρισμός το μυθιστόρημα, είναι το μυθιστόρημα που πρέπει να αποδείξει την ισχύ του χαρακτηρισμού. Στην καλύτερη περίπτωση, και υπό προϋποθέσεις, το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα μπορεί απλώς ν’ αποτελέσει μια χρήσιμη για την κριτική κατηγοριοποίηση και αφετηρία· επιπλέον, εξ ορισμού δεν γίνεται να είναι μόνο ένα, αφού το βασικότερό του χαρακτηριστικό -όσο μπορεί, τουλάχιστον, να συλλάβει το φτωχό μου μυαλό- είναι ότι αποτελεί (ή θεωρείται ότι αποτελεί) μια εύστοχη γραπτή αποτύπωση του εν ΗΠΑ zeitgeist της εποχής του: άρα, κάθε εποχή υποχρεωτικά καλεί για το δικό της Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα, ασχέτως αν αυτό τελικά γράφεται ή όχι (ή, ακόμα, αν αναγνωρίζεται ως τέτοιο) - ωστόσο, και πάλι, μου φαίνεται λίγο περίεργο το να ισχυρίζεται κανείς ότι υποχρεωτικά κάθε εποχή μπορεί να καταγραφεί και να οριστεί από ένα μόνο μυθιστόρημα. Και βέβαια οφείλουμε να θυμόμαστε ότι Μεγάλα Αμερικάνικα Μυθιστορήματα τείνουν, μέχρι στιγμής, να θεωρούνται τα έργα κυρίως αντρών συγγραφέων, κατά πλειοψηφία λευκών - και δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να διαβεβαιώσει ότι δεν έχουν γραφτεί λιγότερο προβεβλημένα μυθιστορήματα (είτε από άντρες, είτε από γυναίκες, είτε από λευκούς, είτε από μαύρους, κίτρινους ή πορτοκαλορόζ) τα οποία, όμως, να καταγράφουν με ακρίβεια το zeitgeist. Όλα αυτά μου φαίνεται ότι κάνουν την έννοια του Μεγάλου Αμερικάνικου Μυθιστορήματος αρκετά προβληματική - προσθέτω εδώ την αίσθησή μου ότι ίσως ευκολότερα θ’ αποκαλέσουμε Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα αυτό που συμμορφώνεται καλύτερα στις ήδη κατασκευασμένες αντιλήψεις μας για το τι θα έπρεπε να είναι το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα στη δεδομένη εποχή (ένα τέτοιο μυθιστόρημα, κατά τη γνώμη μου, δεν καταγράφει κατανάγκη το zeitgeist ευστοχότερα από τα άλλα· ίσως απλώς το καταγράφει πιο ανώδυνα).
[pic]

Γράφει, με αφορμή το Freedom, ο σπουδαίος Percival Everett, ένας ικανότατος συγγραφέας που αμφιβάλλω αν θα θεωρηθεί ποτέ κάποιο βιβλίο του Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα [2], και τα γράφει τόσο καλά που νομίζω θα τυπώσω κάρτες με το λινκ και θα τις μοιράζω δεξιά κι αριστερά:
I stepped back and reviewed the claim. Novel is the only word that is not problematic. The book is a novel. Though I myself can offer no definitive definition of the thing called a novel, I know that Freedom is one. So, what does Great mean? Especially capitalized like that. If it means long, I suppose a case can be made, though there are many longer novels. The American notion of value does often associate itself with heft, size, length. You see where that might go. We apparently like to get something substantial for our dollars, an SUV of a novel, not a Smart Car. However, I suspect there is more to it than just that. The suggestion is that the writing is great. I thought the novel was well written enough, but I must say that my relationship with language, with literature, with the form of the novel was not challenged, altered or expanded. If anything it was, in that regard, standard. So, it must be the content that makes it great. Again, while appreciating the profound dysfunction of the characters, I came away hardly having my perception or understanding of white middle America changed at all. 
And this brings us to the term American. The novel is in fact the product of an American, but that certainly isn’t what is meant. The story is in fact very American, but is it the American story, sad as that might be? It is no more American than Margaret Mitchell’s Gone With the Wind, which I have to admit I have not read. Ironically, however, Gone With the Wind no doubt connects more with my American experience than Mr. Franzen’s novel. I might say the same of Dixon’s The Clansman, a novel I have read, the book that was the source for Griffith’s “Birth of a Nation.” What about Toni Morrison’s Beloved, James Welch’s Winter in the Blood. My point here is obvious and I don’t want to belabor it. There is no one representative American novel, though there are many American so-called classics, a problematic term itself. I do not understand the designation The Great American Novel. More, I do not understand the desire or impulse to make such a claim. 
It has taken me a while to get to my real point, but here it is, rather abruptly. I do not believe that apparent authoritative literary voices of validation would ever make such a grand claim about a novel written by a woman. I say this because I believe there are many novels by women that are about the same sort of world as presented in Freedom. Sadly, the culture usually calls these books domestic or family sagas. Are the novels of Anne Tyler, Marilynne Robinson and Mona Simpson any less white and middle “American” than Franzen’s? They are certainly at least every bit as literary and arguably better written, whatever that means. And they do not suffer the needless verbosity of Freedom. Were a woman to use so many additional words, the prose would be called floral or poetic or maybe even excessive. 
I cannot recall a novel written by a man that was described as domestic, as if the male life within a family and household necessarily transcends the bounds of the family home, means something more profound about life itself perhaps. I have had conversations with young women writers about their fear that their novels will be considered “Chick Lit”. They are concerned about whether their titles will doom them to the category. What is the male equivalent? “Rooster-Lit?” “Dick-Lit?” And who fits the category? Who would want to? There used to be “tough guy” fiction, “hard-boiled” fiction, but somehow those are not pejorative. It’s little like the way that the culture has no male counterpart to the term slut. I suppose the closest thing is stud, but that’s not such a bad thing in most circles, however sad that might be.
Αναγκαίες διευκρινίσεις: Μπορεί διαβάζοντας το Freedom να μην συμφωνήσω με την κριτική του Everett για το βιβλίο, αλλά αυτό που έχει σημασία εδώ δεν είναι η (σεβαστή) κρίση του γι’ αυτό, όσο το ότι μιλά για ένα υπαρκτό πρόβλημα στο πώς προσλαμβάνουμε/κρίνουμε τα βιβλία ανάλογα με τo φύλο (κι εδώ θα πρέπει να προστεθεί και η φυλή) του συγγραφέα τους, παρατήρηση με την οποία εξάλλου συμφωνεί και ο ίδιος ο Franzen:
In recent weeks, Freedom has generated controversy in the culture-at-large, particularly among several female writers who have criticized the extensive attention showered on his book by critics. 
“The little bit that has trickled back to me hasn’t sounded particularly ad hominem," he says. "It seems like there’s ... a feminist critique, and it’s about the quality of attention that writing by women gets compared to the quality of attention by male writers. I actually have a lot of those feelings myself and have over the years.”
(Για τους φρανζενίστας αυτού του κόσμου, υπενθυμίζω ότι αυτό είναι το πρώτο μέρος του κειμένου - και δεν μιλώ εδώ για το πώς μου φάνηκε το βιβλίο του Franzen και την αξία του ως συγγραφέα· μιλώ για την πρόσληψη των βιβλίων του, και για το πόσο προβληματικό μου φαίνεται το να μιλάμε για Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα, είτε περιγράφουμε βιβλίο του Franzen, είτε του Pynchon, είτε του Auster είτε, τελικά, του οποιουδήποτε.)

Και κάτι ακόμα, ας με πείτε κι ελιτίστρια: όταν εκφέρεις μια κρίση περί Μεγάλου Αμερικάνικου Μυθιστορήματος, δικαιούμαι να ελέγξω τη γνώση σου περί αμερικάνικου μυθιστορήματος ώστε να δω πού στηρίζεται η κρίση σου και ν’ αποφασίσω πόσο σοβαρά θα πάρω την απόφανσή σου (κι αυτό ασχέτως αν συμφωνώ ή διαφωνώ μαζί σου). Διότι, ναι, σαφώς και έχεις δικαίωμα να πεις την άποψή σου, όμως η άποψή σου, όπως κι η δική μου και του καθενός, ελέγχεται για την εγκυρότητά της. Δεν έχω την απαίτηση να έχεις διαβάσει όποιο αμερικάνικο μυθιστόρημα κυκλοφορεί -δεν νομίζω ότι υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που να μπορεί να το καταφέρει αυτό, ας κάθεται να διαβάζει από τα πέντε του 20 ώρες το 24ωρο· προυβ μι ρονγκ-, περιμένω όμως να έχεις μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα πριν πετάξεις την ατάκα [4]. Κι όχι, δεν θέλω να εμποδίσω τον ενθουσιασμό σου να εκφραστεί· προτιμώ όμως να τον εκφράσεις με δικά σου λόγια και στη σωστή του βάση - π.χ., Είναι το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει γι’ αυτό και γι’ αυτό και γι’ αυτό το λόγο, κι αισθάνομαι ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί επιτυγχάνει αυτό κι εκείνο· έστω ένα Μωρή μαλάκω, ο τύπος γαμάει γυναικόπαιδα και τακτικούς στρατούς σ’ αυτές τις σελίδες, εσύ τι ζόρι τραβάς; θα μου αρκούσε, το θεωρώ πολύ πιο σοβαρό επιχείρημα από το παπαγάλισμα μιας φράσης που παρουσιάζεται ως θέσφατο ενώ τελικά μπορεί και να μην σημαίνει τίποτα.

Εντέλει: το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα έχει καταλήξει να μου μοιάζει μια ωραία φράση για τα μπλερμπς των βιβλίων. Ακούγεται σημαντική, βαρύνουσα, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι έχει και τόσο νόημα. Ίσως είναι μια εύχρηστη συντομογραφία για να τοποθετηθεί το χι μυθιστόρημα σε σχέση με τα υπόλοιπα· την ίδια λειτουργία μπορεί να έχει και για ορισμένους αναγνώστες - ένας οικονομικός και φαινομενικά έγκυρος τρόπος να παρουσιάσουν πώς τους φάνηκε το βιβλίο.

Τέλος πάντων, έφτασε το καλοκαίρι κι έτυχε, επιτέλους, να συζητήσω με ανθρώπους που αγαπάνε τον Franzen, κι άρα να συζητήσω για τον Franzen όχι με όρους μιντιακών υπερβολών αλλά με όρους αναγνωστικής αγάπης κι εκτίμησης, όρους που τους θεωρώ πολύ σημαντικότερους από τον τίτλο ενός περιοδικού (όταν μιλάω με αναγνώστες των οποίων το γούστο, ακόμα κι όταν δεν συμπίπτει με το δικό μου, μου εμπνέει τον σεβασμό). Επιπλέον, βρέθηκα να ετοιμάζομαι για διακοπές με το διαθέσιμο απόθεμα αδιάβαστων βιβλίων να έχει μειωθεί επικίνδυνα και να μην με εμπνέει ιδιαίτερα, οπότε αποφάσισα να ακολουθήσω το τρεντ του καλοκαιριού με τον δικό μου τρόπο - νέιμλι, αποφάσισα, όταν όλοι διάβαζαν το Freedom, να διαβάσω το The Corrections, να σχηματίσω επιτέλους μια δική μου άποψη για τον Franzen και να συνεχίσω τη μικρή και μίζερη ζωή μου. Βάζοντας κάτω τα δεδομένα, υπέθεσα ότι τα σενάρια ήταν δύο: είτε θα λάτρευα τον Franzen και ξαφνικά θα βρισκόμουν να διακηρύττω την αγάπη μου για τον Great American Novelist και να απολογούμαι για την δυσπιστία μου, θρηνώντας, ταυτόχρονα, όλα τα χρόνια που έχασα χωρίς να τον διαβάζω, είτε θα τον μισούσα παθιασμένα κι αμετάκλητα και θα ξεκινούσα ανένδοτοαγώνα εναντίον του. Μέση οδός, σκεφτόμουν, δεν υπήρχε.

Τι συνέβη μετά; Μετά μπήκα σ’ ένα τρένο και ξεκίνησα να διαβάζω το The Corrections.

(Συνεχίζεται)

NOTES & ERRATA
[1] Την όλη συζήτηση την ξεκίνησαν συγγραφείς τουλάχιστον αμφισβητήσιμου λογοτεχνικού βάρους, όμως το πρόβλημα που τέθηκε είναι υπαρκτό, όπως δείχνουν, για παράδειγμα, ο τρόπος που παρουσιάστηκε η νίκη της Egan στο βραβείο του Εθνικού Κύκλου Βιβλιοκριτικών (National Book Critics’ Circle Award) -έγραφα σχετικά εδώ- αλλά και οι σχετικές στατιστικές (βλέπε, για παράδειγμα, εδώ και εδώ).  
[2] Με αναγκαία υποσημείωση, εδώ -μεταξύ άλλων που επειδή βαριέμαι να τα γράψω παραλείπονται ως ευκόλως εννοούμενα- ότι η γιαλομική υστερία φαίνεται να είναι σχεδόν ελληνική αποκλειστικότητα, σε αντίθεση με τη φρανζενική υστερία.
[3] Ο Everett τυχαίνει να έχει γράψει ένα σχετικό, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, με αυτή τη συζήτηση μυθιστόρημα, το εξαιρετικό Erasure (Το σβήσιμο): ήρωάς του είναι ένας μαύρος συγγραφέας που καταδικάζεται από κοινό και κριτική ως υπερβολικά μεταμοντέρνος κι εγκεφαλικός και ελάχιστα μαύρος. Όλοι μοιάζουν να περιμένουν απ’ αυτόν συγκεκριμένη θεματολογία και τρόπο γραφής απλώς και μόνο επειδή είναι μαύρος. Όταν, απαυδησμένος απ’ αυτήν την κατάσταση,  και ακριβώς για να την καυτηριάσει, γράφει ένα εσκεμμένα κακό μυθιστόρημα με τον τρόπο που φαντάζεται ότι περιμένουν να το γράψει ένας μαύρος, ξαφνικά όλοι πέφτουν πάνω του κατενθουσιασμένοι για την ειλικρινή και γενναία αποτύπωσή του της ζωής στα γκέτο - το βιβλίο του, φυσικά, ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα της ζωής στα γκέτο· φτάνει, όμως, που ανταποκρίνεται στις προκατασκευασμένες κυρίαρχες αντιλήψεις για τη ζωή στα γκέτο και για τη λογοτεχνία που την αφορά. Μεταξύ μιας λογοτεχνίας που κολακεύει τον αναγνώστη, επιβεβαιώνοντάς του την αντίληψή του για τον κόσμο και συμβάλλοντας στην περαιτέρω εδραίωση και εμπέδωσή της, και μιας λογοτεχνίας που επιχειρεί να τον ξεβολέψει, αμφισβητώντας τις βεβαιότητές του, ο Everett προφανώς προκρίνει τη δεύτερη.
[4] Άι, φορ δατ μάτερ, αποφάσισα μετά από πολλή σκέψη (και διά της μεθόδου τράιαλ εντ έρορ) να μην μιλώ για Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα, εφόσον, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα πλαίσιο εντός του οποίου είναι γόνιμη μια τέτοια συζήτηση, δεν θεωρώ ότι διαθέτω επαρκή εικόνα για να το κάνω. Θεωρώ δεδομένο, όμως, ότι διατηρώ το δικαίωμα να μιλώ για μυθιστορήματα με έγκυρους λογοτεχνικούς όρους όπως γαμάτο, γαμεί και δέρνει, έπος, κ.λπ.

3 κρα:

Ανώνυμος είπε...

so far so good. αναμένουμε δεύτερο ινστόλμεντ άσαπ.

gilles είπε...

μου κάνει έκπληξη το θέμα που καταπιάστηκες Μ, γιατί νόμιζα πως αυτή η συζήτηση είχε λήξει. δεν ήξερα πως οι αμερικάνοι ψάχνουν ακόμα το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα που θα αποτυπώσει κάθε πτυχή της αμερικανικής κοινωνίας. αυτή η αναζήτηση του μεγαλου αμερικανικού μυθιστορήματος δεν ανήκει στο παρελθόν? θα συμφωνήσω απόλυτα με τον πολυαγαπημενο νόρμαν μέηλερ που είχε πει "The Great American Novel is no longer writable. We can't do what John Dos Passos did. His trilogy on America came as close to the Great American Novel as anyone. You can't cover all of America now. It's too detailed." από την άλλη ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς έψαχναν. βγήκαν τόσα αμερικάνικα αριστουργήματα στον 20ο αιώνα ή έστω μέρχι τη δεκαετία του 70[που για μένα καμιά άλλη λογοτεχνία δεν μπορεσε καν να πλησιάσει] που αναρωτιέμαι γιατί ήταν τόσο ανικανοποιήτοι και συνέχιζαν να ψάχνουν κι άλλο.

M είπε...

Χμ. Δεν έχει λήξει, τουλάχιστον δεν είναι αυτή η δική μου αίσθηση. Ο όρος επαναφέρεται διαρκώς από κριτικούς (κι η επαναφορά μεταφέρεται και στο κοινό). Οπότε η γρήγορη απάντηση είναι ότι καταπιάστηκα επειδή άκουσα τόσες πολλές φορές τον όρο να χρησιμοποιείται σε σχέση με τον Φράνζεν, σαν αντικειμενική και αδιαμφισβήτητη απόδειξη της αξίας του (και χωρίς συχνά ο συνομιλητής να έχει καν επίγνωση του όρου που χρησιμοποιεί) που αλάλιασα.