H μικρή ηρωίδα του The Particular Sadness of Lemon Cake (2010), η Rose, παίρνει ένα πολύ παράξενο δώρο γενεθλίων: με μια μπουκιά από την τούρτα της μαμάς της, ανακαλύπτει ότι μπορεί να γευτεί τα συναισθήματά της. Η μητέρα της αρνείται τη λύπη και το κενό που η κόρη διαβάζει στην τούρτα, το χάρισμα όμως (ή η κατάρα) δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: για την Rose, κάθε μπουκιά στο εξής έχει προοπτικές εφιάλτη, αφού σε αυτήν διαβάζει την ψυχή του παρασκευαστή του φαγητού. Καθώς περνούν τα χρόνια, το χάρισμα, που μόνο ο κολλητός του αδελφού της πήρε κάποτε στα σοβαρά, εξελίσσεται τόσο, ώστε μπορεί πια να καταλάβει με εντυπωσιακή ακρίβεια λεπτομέρειες που αφορούν σχεδόν όποιον εμπλέκεται στη διαδρομή του φαγητού μέχρι το τραπέζι της. Αυτός είναι κι ο λόγος που αποφεύγει το μαγειρεμένο φαγητό και τρέφεται με όσο το δυνατόν πιο επεξεργασμένα τρόφιμα: η επεξεργασία καταφέρνει να καλύψει τα συναισθήματα.
Η ιδέα είναι τρομερά ενδιαφέρουσα, και ο τρόπος που η Aimee Bender ανακατεύει το μαγικό με το ρεαλιστικό, το απίστευτο με το καθημερινό συχνά δημιουργεί μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα, αλλά μια καλή ιδέα δεν φτιάχνει από μόνη της ένα καλό βιβλίο. Η Bender το ξέρει, και ίσως γι’ αυτό το λόγο στο δεύτερο μισό παίρνει μια άλλη κατεύθυνση, σε βαθμό που το χάρισμα περνάει σε ολότελα δεύτερη μοίρα, καθώς κεντρικό ρόλο αναλαμβάνει να διαδραματίσει ο αδελφός της Rose που διαρκώς εξαφανίζεται ανεξήγητα, για να οδηγηθούμε σε ένα εντελώς μπερδέφτικαλ τέλος που δεν μπόρεσα καν να απολαύσω σε επίπεδο αγνής κι ατόφιας γουατδεφάκερι. Αισθάνθηκα ότι η Bender προσπάθησε να δέσει τα πράγματα σε μια ανατροπή, που ωστόσο χάλασε όλο το κατασκεύασμα γύρω από το χάρισμα της Rose και μετέτρεψε την οικογένεια σε τσίρκο. Το τέλος θα με κάλυπτε, νομίζω, αν του είχε στρώσει το δρόμο σωστά· με τον τρόπο που γράφτηκε, όμως, έμοιαζε να έκανε έναν αυτοσχεδιασμό (που είχε ενδιαφέρον) για να βγει από ένα αδιέξοδο, αλλά να μην διόρθωσε αρκετά τις προηγούμενες σελίδες ώστε να δέσει το γλυκό - ναι, ξέρω, να δέσει το γλυκό σε βιβλίο που αφορά τη μαγειρική, άι εμ δατ τσιπ.
Επιπλέον, η απομόνωση της Rose, η αναδίπλωσή της στον εαυτό της εξαιτίας του ακατανόητου στους άλλους και αβάσταχτου για την ίδια χαρίσματός της, αποδίδεται με έναν ύπουλα ήσυχο τρόπο που μου άρεσε, την ίδια στιγμή όμως μου φάνηκε ότι η παθητικότητά της δεν είναι δικαιολογημένη, ενώ της λείπει το βάθος που θα την μετέτρεπε σε αξέχαστο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Ολ ιν ολ, θα έλεγα ότι μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η Bender είχε μια μεγάλη ευκαιρία στα χέρια της και δεν την αξιοποίησε.
Κλείνοντας το βιβλίο αισθάνθηκα ότι η Bender δεν θέλει, στην πραγματικότητα, να ταράξει τον αναγνώστη, αλλά να του προσφέρει μια προσομοίωση ταραχής με ζαχαρένια επίγευση (κάτι αντίστοιχο ένιωσα ότι έκανε κι η Donoghue στο Room, και -λιγότερο, ίσως- ο Gary Shteyngart στο Super Sad True Love Story, αν κι αυτοί οι δύο τα καταφέρνουν, οφείλω να πω, καλύτερα). Ίσως να είμαι άκαρδη σκύλα, αλλά απογοητεύομαι όταν με φέρνεις μπροστά στην κόλαση κι αντί να με ζμπρώξεις μέσα, τη στολίζεις τούλια και μου λες όχι μωρέ γλυκούλι μου, νά, εδώ στην είσοδο της κόλασης θα σταθούμε για να νιώσουμε λίγο την ανάσα της, παραμέσα δεν θα μπούμε.
Δε βέρντικτ:
Το Bad Marie της Marcy Dermansky (2010), από την άλλη, το διάβασα χωρίς προσδοκίες, χωρίς να ξέρω καν την υπόθεση, και μάλλον γι’ αυτό το απόλαυσα περισσότερο. Το αγόρι της Marie του τίτλου πριν από μερικά χρόνια διέπραξε μια ληστεία· η Marie διέφυγε μαζί του, με αποτέλεσμα να βρεθεί στη φυλακή ως συνεργός. Το αγόρι της αυτοκτόνησε, εκείνη έμεινε ζωντανή, να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει στο κελί σαν άλλη βίβλο το μυθιστόρημα ενός Γάλλου συγγραφέα, του Benoît Doniel. Στα τριάντα της, η Marie αποφυλακίζεται με μόνο προσόν της το υπολογίσιμο ντεκολτέ της, αλλά δεν υπάρχει γι’ αυτήν μια γωνιά στον ελεύθερο κόσμο όπου να μπορεί να επιστρέψει· μονάχα η άσπονδη παιδική της φίλη, η Ellen, εμφανίζεται για να τη βοηθήσει.
Η Ellen είχε από πάντα ό,τι δεν είχε η Marie: η ίδια η φιλία τους στηριζόταν σε αυτή τη διαφορά. Η Marie ήταν το προβληματικό κορίτσι που η οικογένεια της Ellen είχε υπό την προστασία της σχεδόν σαν φιλανθρωπικό έργο, για να επιβεβαιώνει την κοινωνική της θέση, την ευτυχία και την ανωτερότητά της· τα σφάλματα της Marie γίνονταν αποδεκτά, στο βαθμό που επιτύγχαναν κι αυτά την ίδια λειτουργία. Το έργο μοιάζει να επαναλαμβάνεται και τώρα, αφού η Ellen, παρά το ότι καλά-καλά δεν συμπαθεί τη Marie, την φέρνει σπίτι της ως νταντά της δίχρονης κόρης της, τής Caitlin (περιττό να πω ότι η Marie δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το πώς φροντίζεις ένα μωρό). Κι έτσι η Marie βρίσκεται να μένει σ’ ένα υπέροχο διαμέρισμα, να τρώει λιχουδιές, να πίνει καλό ουίσκι· ωστόσο φαίνεται διατεθειμένη να δημιουργήσει μια γνήσια σχέση με την μικρή Caitlin - ίσως επειδή η πιτσιρίκα δεν την κρίνει.
Εκτός από τα υλικά αγαθά και την Caitlin, η σχεδόν τηλεοπτικά τέλεια ζωή της Ellen συμπληρώνεται μ’ έναν λαχταριστό σύζυγο, που φυσικά δεν είναι άλλος από τον Benoît Doniel (χάου κονβίνιεντ). Σε χρόνο μηδέν, η Marie και ο Benoît γίνονται εραστές, αρπάζουν την Caitlin και το σκάνε στο Παρίσι· η Μarie προσπαθεί με το δικό της τρόπο να κερδίσει αυτό που φαντάζεται ότι είναι η ευτυχία.
Το αναμενόμενο για την Dermansky θα ήταν να κουνήσει απειλητικά το δάχτυλο στην ηρωίδα της, όμως, όπως η Caitlin, έτσι κι αυτή δεν την κατακρίνει, απλώς την παρακολουθεί με συμπάθεια.
That being said, it isn’t hard to imagine a narrative counter to Marie’s, one from Ellen’s perspective. Something you might see on Dateline or 20/20. A successful woman robbed of her child by an envious girlhood friend, the babysitter, and a dusky, adulterous foreign husband with an overly indulgent name. Ellen is a teary, rueful presence that shadows Bad Marie. For as much as Marie needs Caitlin, it’s still Ellen the girl begs for, not Marie. Time and again throughout the novel, Marie is forced to realize this. She fantasizes about Ellen’s pain, Ellen’s jealousy. She wants to make Ellen hurt, but she can’t do this without also hurting Caitlin.
Η Marie της Dermansky είναι μια συμπαθητική κατά-λάθος-φεμ-φατάλ: από πολλές απόψεις, είναι εξίσου παιδιάστικη με την Caitlin· μπορεί να κάνει το κακό, δύσκολα όμως μπορείς να την πεις ακριβώς κακιά, αν και σίγουρα δεν την δικαιολογείς πάντα. Αυτό που την σώζει -και είναι, ίσως, κι αυτό που θα την κάνει να μεγαλώσει, επιτέλους- είναι η σχέση της με την μικρή, που δείχνει ότι στο βάθος αυτό που ζητάει είναι μια φυσιολογική ζωή και η αγάπη που θέλουμε όλοι μας (κλαψ). Στο ενδιάμεσο, η Dermansky έχει στήσει μια ενδιαφέρουσα και όχι πάντα πειστική, πλην όμως απενοχοποιημένα διασκεδαστική διαδρομή για την ηρωίδα της, σε ένα βιβλίο-φόρο τιμής στο γαλλικό σινεμά που λατρεύει (αν σας αρέσει το γαλλικό σινεμά, θα πιάσετε και πολλές από τις αναφορές που η κινηματογραφικά αμόρφωτη γιορς τρούλι δεν έπιασε).
Δε βέρντικτ:
Η Siri Hustvedt με το The Summer Without Men (2011) έσπειρε τον πανικό στους απανταχού φίλους, είτε της πραγματικής ζωής είτε της αναγνωστικής, του οίκου των Auster, αφού ο σύζυγος της ηρωίδας της, της Mia, τής ανακοινώνει μετά από τριάντα χρόνια γάμου ότι θέλει ένα διάλειμμα, εξαιτίας νεαρής Γαλλιδούλας συνεργάτιδάς του στο εργαστήριο, και τα καμπανάκια αρχίζουν να βαράνε ήδη από την περίληψη: Είναι ο σύζυγος ο Auster; Πώς πάει ο γάμος με τη Siri; Να αρχίσουμε να ανησυχούμε; Να πακετάρω την προίκα μου, να ντυθώ το νυφικό μου και να πάρω την επόμενη πτήση για Νέα Υόρκη;
Η ανάγνωση του βιβλίου υποδεικνύει ότι η Hustvedt, ακόμα κι αν δεν τα έχει πάρει με τον άντρα της προσωπικά, τα έχει πάρει με τους άντρες γενικώς (αν και δεν είναι νέο αυτό, ψιλοφεμίνιζε εδώ και καιρό), και μοιάζει να γράφει με τη σκέψη Αν ήμουν ο Philip Roth, ή έστω ο άντρας μου, όλοι τώρα θα είχατε γονατίσει να μου πάρετε πίπες, αλλά δεν είμαι ο Philip Roth, ή έστω ο άντρας μου, οπότε πάλι θα αφήσετε στην άκρη το βιβλίο μου σαν σοβαρό μεν, γυναικείο δε. Έχει και λίγο δίκιο, εδώ που τα λέμε, ή για την ακρίβεια πολύ δίκιο. (Ο Roth, ας πούμε, μπορεί μια χαρά να γράφει για γεροξεκούτηδες που το μόριό τους δονείται -ή δεν δονείται- [1] στη θέα της γυναικείας σάρκας: κανένας δεν θα τον κατηγορήσει ότι γράφει αντρικά. Αν όμως η Hustvedt γράψει για την κρίση μιας μεσήλικης που ο άντρας της θέλει να κάνουν ένα διάλειμμα, θα πουν το βιβλίο της γυναικείο.)
Η ανάγνωση του βιβλίου υποδεικνύει ότι η Hustvedt, ακόμα κι αν δεν τα έχει πάρει με τον άντρα της προσωπικά, τα έχει πάρει με τους άντρες γενικώς (αν και δεν είναι νέο αυτό, ψιλοφεμίνιζε εδώ και καιρό), και μοιάζει να γράφει με τη σκέψη Αν ήμουν ο Philip Roth, ή έστω ο άντρας μου, όλοι τώρα θα είχατε γονατίσει να μου πάρετε πίπες, αλλά δεν είμαι ο Philip Roth, ή έστω ο άντρας μου, οπότε πάλι θα αφήσετε στην άκρη το βιβλίο μου σαν σοβαρό μεν, γυναικείο δε. Έχει και λίγο δίκιο, εδώ που τα λέμε, ή για την ακρίβεια πολύ δίκιο. (Ο Roth, ας πούμε, μπορεί μια χαρά να γράφει για γεροξεκούτηδες που το μόριό τους δονείται -ή δεν δονείται- [1] στη θέα της γυναικείας σάρκας: κανένας δεν θα τον κατηγορήσει ότι γράφει αντρικά. Αν όμως η Hustvedt γράψει για την κρίση μιας μεσήλικης που ο άντρας της θέλει να κάνουν ένα διάλειμμα, θα πουν το βιβλίο της γυναικείο.)
Η Mia λοιπόν, μετά την ανακοίνωση του συζύγου ότι θέλει να κάνουν ένα διάλειμμα, παθαίνει νευρικό κλονισμό, κι αφού περάσει ένα διάστημα σε κλινική, αποφασίζει να επιστρέψει στη γενέτειρά της για το καλοκαίρι. Πρόκειται πράγματι για ένα καλοκαίρι δίχως άντρες - το βιβλίο γυναικοκρατείται: η Mia, όχι ιδιαίτερα πετυχημένη ποιήτρια, αναλαμβάνει να διδάξει δημιουργική γραφή σε γυμνασιοκόριτσα· όταν δεν διδάσκει, κάνει παρέα με τη μητέρα της και τις φίλες της· όταν είναι στο σπίτι, έχει σα συντροφιά της τη γειτόνισσα και τα παιδιά της. Οι άντρες είναι περισσότερο σκιές παρά παρουσίες: ο άντρας της Mia είναι απλώς μερικά μέιλ και ο άντρας της γειτόνισσας είναι ένα διαρκές γάβγισμα από το δίπλα σπίτι. Από όλο αυτό το όμορφο καστ γυναικείων χαρακτήρων, ξεχωρίζει για μένα η γριούλα που πέρασε όλη τη ζωή της κρύβοντας στα κεντήματά της μια υπέροχη τέχνη, ερωτικά συμπλέγματα, όνειρα κι εφιάλτες.
Η Hustvedt συνεχίζει να ενσωματώνει στα γραπτά της τις επιρροές της από την ψυχανάλυση, που την απασχολεί πολύ τα τελευταία χρόνια, αλλά και στοιχεία από τη δουλειά της αδελφής της, της Asti, για την υστερία. (Η μελέτη της Asti κυκλοφόρησε με τίτλο Medical Muses: Hysteria in Nineteenth-Century Paris, και από αποσπάσματα όπως αυτό εδώ φαίνεται να είναι εξόχως ενδιαφέρουσα.) Ενδεχομένως, δε, ο νευρικός κλονισμός της Mia να αντλεί από την ασθένεια της Siri, για την οποία έχει κάνει λόγο στο περσινό The Shaking Woman. Όσο για την απαραίτητη αναφορά στον Auster, φυσικά και υπάρχει: η αφηγήτρια κάνει λόγο για έναν εξέχοντα Αμερικανό συγγραφέα και την πίστη του στη μουσική της τύχης. (Ένας σκύλος που μαθαίνει ξένες γλώσσες νιαουρίζει στα κεραμίδια.)
Συμπέρασμα για το πώς πάει ο γάμος της με τον Auster (εκείνη επιμένει, καλά ευχαριστώ) δεν έχει νόημα να βγάλει ο αναγνώστης - θα αδικήσει έτσι το βιβλίο που, μπορεί να μη φτάνει κατά τη γνώμη της γιορς τρούλι σε επίπεδα What I Loved, πιθανόν όμως σηματοδοτεί μια νέα δημιουργική αφετηρία για τη Siri.
Δε βέρντικτ:
[1] Ή μήπως πάλλεται θα ήταν καλύτερα; Μάλιστα. Στον επόμενο τόνο θα γράφω σαν άρλεκιν.H Patti Smith παρουσίασε με δόξες και τιμές την ιστορία της καλλιτεχνικής αφετηρίας της και της απόλυτα συνδεδεμένης με αυτή την αφετηρία σχέσης της (ερωτικής, φιλικής, καλλιτεχνικής) με τον φωτογράφο Robert Mapplethorpe στο Just Kids (2010), που βραβεύτηκε με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου στις ΗΠΑ και από ό,τι φαίνεται της άνοιξε την όρεξη για συγγραφικές περιπέτειες, αφού μαθεύτηκε ότι τώρα γράφει και ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Δεν μας πειράζει καθόλου: θέλουμε περισσότερη Patti Smith, και νομίζω ότι τουλάχιστον δύο από τους τέσσερις συνολικά αναγνώστες αυτού του μπλογκ ευχαρίστως θα της έγραφαν από ένα εξομολογητικό γράμμα κάθε βδομάδα, ενώ εγώ θα έκλαιγα για χιλιοστή φορά στη γωνιά ακούγοντας το σπαρακτικό My Madrigal. Η Patti θα ήξερε να μας παρηγορήσει.
Παρότι το υλικό βρίθει σεξ, ντραγκς εν ροκ εν ρολ καταστάσεων, η Smith το λούζει με το τρυφερό φως των αναμνήσεων (τον κουβά για τον εμετό πλιζ, τι γράφω η δόλια) και γράφει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα, αν και κομματάκι υπερβολικά γλυκούλη για τα μέτρα μου (άι εμ ε μπιτς) τρόπο για την μποέμ ζωή τους. Προσπαθώ να φανώ ξινή για να κρύψω το γεγονός ότι η Smith με έκανε να λιγωθώ, η αναίσχυντη.
Το γεγονός είναι ότι αν περιμένετε μια σκληρή καταγραφή της αρχής της καριέρας της και της ζωής στη Νέα Υόρκη των σέβεντιζ, δεν θα τη βρείτε εδώ. Η Νέα Υόρκη της Smith είναι μια εντελώς ρομαντική, κινηματογραφική Νέα Υόρκη που υποψιάζομαι ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ, ούτε καν στην περίοδο που περιγράφεται στο βιβλίο. Όχι ότι η Smith δεν είναι ειλικρινής -το αντίθετο· απλώς γράφει για τη Νέα Υόρκη όπως την έβλεπε μαζί με τον Robert, όταν ήταν ακόμα νέοι κι αθώοι, όταν ακόμα κι η φτώχεια τους δεν είχε καμία απολύτως σημασία επειδή αυτό που είχε σημασία ήταν οι απέραντες δυνατότητες του μέλλοντος (που αποδείχτηκε υπέροχο αλλά και θανατηφόρο, όμως δεν το γνώριζαν ακόμα τότε) και η αγάπη.
Το γεγονός είναι ότι αν περιμένετε μια σκληρή καταγραφή της αρχής της καριέρας της και της ζωής στη Νέα Υόρκη των σέβεντιζ, δεν θα τη βρείτε εδώ. Η Νέα Υόρκη της Smith είναι μια εντελώς ρομαντική, κινηματογραφική Νέα Υόρκη που υποψιάζομαι ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ, ούτε καν στην περίοδο που περιγράφεται στο βιβλίο. Όχι ότι η Smith δεν είναι ειλικρινής -το αντίθετο· απλώς γράφει για τη Νέα Υόρκη όπως την έβλεπε μαζί με τον Robert, όταν ήταν ακόμα νέοι κι αθώοι, όταν ακόμα κι η φτώχεια τους δεν είχε καμία απολύτως σημασία επειδή αυτό που είχε σημασία ήταν οι απέραντες δυνατότητες του μέλλοντος (που αποδείχτηκε υπέροχο αλλά και θανατηφόρο, όμως δεν το γνώριζαν ακόμα τότε) και η αγάπη.
It’s possible to come away from “Just Kids” with an intact image of the title’s childlike kindred spirits who listened to Tim Hardin’s delicate love songs, wondered if they could afford the extra 10 cents for chocolate milk and treasured each geode, tambourine or silver skull they shared, never wanting what they couldn’t have or unduly caring what the future might bring. If it sometimes sounds like a fairy tale, it also conveys a heartbreakingly clear idea of why Ms. Smith is entitled to tell one.
So she enshrines her early days with Mapplethorpe this way: “We gathered our colored pencils and sheets of paper and drew like wild, feral children into the night, until, exhausted, we fell into bed.” They sound like Hansel and Gretel, living in a state of shared delight, blissfully unaware of what awaited on the path ahead.
Δε βέρντικτ:
[photo]









0 κρα:
Δημοσίευση σχολίου