[Όσο εγώ είμαι διακοπές -φακ γιέα!- πάρτε ένα ποστ-κονσέρβα για να μην πάθετε κρίση στέρησης. Γιατί φυσικά ζω με την ψευδαίσθηση ότι καταμεσίς του Αυγούστου είστε κολλημένοι στον ρίντερ σας περιμένοντας τη στιγμή που θ’ ανεβάσω ποστ. Γι’ άλλη μια φορά, αφήστε με να ζήσω το μύθο μου.]
Το 1943, σε μια αποβάθρα της Τεργέστης, εντοπίζεται ένας σοβαρά χτυπημένος άντρας. Δεν έχει καμία ανάμνηση του πώς βρέθηκε εκεί ή του ποιος είναι, και δεν μπορεί να μιλήσει - δεν μπορεί καν να θυμηθεί τη γλώσσα του. Στο εσωτερικό του μπουφάν του είναι ραμμένη μια ετικέτα με το φινλανδικό όνομα Sampo Karjalainen, πράγμα που οδηγεί τον Petri Friari, τον Φινλανδό γιατρό ο οποίος τον αναλαμβάνει, στη λογική υπόθεση ότι ο άντρας είναι Φινλανδός και λέγεται Sampo Karjalainen.
Ο γιατρός, που ζει μακριά από την πατρίδα του εδώ και χρόνια, αναλαμβάνει να μάθει στον άντρα την γλώσσα του, με τη σκέψη ότι ίσως έτσι βοηθήσει τη μνήμη του ή έστω κάποια σπαράγματά της να επανέλθουν· είναι προφανές ότι ελπίζει πως, δίνοντας ξανά σ’ αυτόν τον Sampo Karjalainen τη γλώσσα του, την ταυτότητά του, την πατρίδα του, θα μπορέσει κι ο ίδιος με ένα τρόπο να ξανασυνδεθεί με τη Φινλανδία. Ο Friari σύντομα στέλνει τον Sampo στη Φινλανδία· εκεί, φιλοξενείται σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, βελτιώνει τα φινλανδικά του με την βοήθεια ενός ιερωμένου φανατικού της φινλανδικής γλώσσας και προσπαθεί απεγνωσμένα να ξαναβρεί την ταυτότητά του, όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά. Σ’ ένα τετράδιο σημειώνει σκέψεις για όσα του συμβαίνουν, καθώς και λέξεις, γραμματικούς κανόνες κ.λπ., ενώ οι Ρώσοι πλησιάζουν.
Σχεδόν απ’ την αρχή, ο αναγνώστης μαθαίνει ότι η κατάληξη του Sampo θα είναι τραγική: ο Friari μας πληροφορεί ότι αυτό που διαβάζουμε ως ημερολόγιο του Sampo στην πραγματικότητα απλώς βασίζεται στο τετράδιό του, με διορθώσεις, συμπληρώσεις και υποθέσεις του γιατρού όταν όλα έχουν πια κριθεί. Στα κείμενα του ημερολογίου παρεμβάλλεται η αφήγηση του Friari, καθώς και μερικές επιστολές που έγραψε στον Sampo μια νοσοκόμα η οποία συνδέθηκε πρόσκαιρα μαζί του.
Το New Finnish Grammar του Diego Marani (2011, μετάφραση: Judith Landry· η έκδοση στα ιταλικά: Nuova grammatica finlandese, 2000) σου κινεί το ενδιαφέρον ήδη από τον περίεργο, αντιλογοτεχνικό θα έλεγε κανείς, τίτλο του· τα βασικά κι αλληλοσυνδεόμενα ζητήματα του βιβλίου είναι η ταυτότητα και η γλώσσα. (Ο Marani είναι γλωσσολόγος, και όταν δούλευε μεταφραστής στο συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επινόησε την ευρωπάντο, την ευρωπαϊκή εσπεράντο.) Η αγγλική μετάφραση του ιταλικού πρωτότυπου κυκλοφόρησε από τον γνωστό εκλεκτικό οίκο Dedalus (φαν φακτ: υπάρχει και Daedalus Publishing, στις ΗΠΑ όμως, και ειδικεύεται στην ερωτική λογοτεχνία) και οι κριτικοί άρχισαν να παραληρούν. Αυτό δεν θα αρκούσε για να το διαβάσω, όμως άκουσα τα καλύτερα από άλλη αναγνώστρια οπότε ξύπνησε η φωνούλα μέσα μου: γιου νιντ του νόου. Έτσι βρέθηκα να διαβάζω μια ερωτική επιστολή προς τη φινλανδική γλώσσα (και σε δεύτερο επίπεδο στη γλώσσα γενικότερα), γραμμένη στα ιταλικά, και μεταφρασμένη στα αγγλικά - πράγμα που υποθέτω ότι στον Marani θα αρέσει πολύ σαν ιδέα. (Αν και δημιουργείται ένα μικρό θεματάκι: συζητιούνται εκτεταμένα κανόνες, ιδιοτροπίες και φαινόμενα μιας γλώσσας που η συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωστών δεν γνωρίζει, άρα είναι δύσκολο να καταλάβει αυτή τη συζήτηση σ’ όλη την έκτασή της, κι ακόμα χειρότερα η έκδοση -ίσως εσκεμμένα, δεν ξέρω- δεν βοηθά ιδιαίτερα ως προς αυτό: φινλανδικές λέξεις, ακόμα κι ένα ολόκληρο τραγούδι που παρατίθεται στο βιβλίο, δεν μεταφράζονται ούτε καν σε μία υποσημείωση· αλλού, μετά από έναν διάλογο, γίνονται κάποιες παρατηρήσεις σε λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες όμως πέφτουν στο κενό, αφού δεν υπάρχει μια επισήμανση του σε ποιες αγγλικές λέξεις του διαλόγου αντιστοιχούν οι φινλανδικές - ο διάλογος προφανώς είναι στα αγγλικά, οι παρατηρήσεις όμως γίνονται για τα φινλανδικά.)
Το βιβλίο είναι γεμάτο ενδιαφέρουσες και γόνιμες παρατηρήσεις όσον αφορά τη γλώσσα (ναι, ψοφάω για βιβλία περί γλώσσας - είναι ένας από τους λόγους που διαβάζω Βασίλη Αλεξάκη), τη μνήμη, τον τρόπο που οι αναμνήσεις δίνουν στον εαυτό μας σχήμα, και το ζήτημα της αμνησίας, του τι λογής άνθρωπος μπορεί να είναι κανείς, τι συναίσθηση του εαυτού του μπορεί να έχει χωρίς μνήμες και χωρίς γλώσσα είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρον κι αυτό· αν ξεπεράσει κανείς την δημοφιλή αλλά λαθεμένη και σχεδόν καρτουνίστικη απεικόνιση της αμνησίας που έρχεται και παρέρχεται με χτυπήματα στο κεφάλι και προσπαθήσει ν’ αντιμετωπίσει την αμνησία ως αυτό που είναι, έχει υλικό για υπαρξιακό θρίλερ (θυμίζω το Man Walks Into a Room της Nicole Krauss και τον Αγαπημένο μαθηματικό τύπο του καθηγητή της Yōko Ogawa, πετυχημένες μυθιστορηματικές απεικονίσεις της αμνησίας κατά τη γνώμη μου) και ο Marani το εκμεταλλεύεται (ως προς το θέμα της γλώσσας με τσίγκλιζε κάτι διαρκώς αλλά δεν προλαβαίνω τώρα ν’ ανατρέξω σε όλον τον Sacks για να το θυμηθώ) - όμως, υπάρχει ένα λάθος ήδη από την κατασκευή του βιβλίου, πράγμα που εμένα τουλάχιστον δεν μ’ άφησε να παρασυρθώ από το πολύ ωραίο κείμενο.
Ο γιατρός, που ζει μακριά από την πατρίδα του εδώ και χρόνια, αναλαμβάνει να μάθει στον άντρα την γλώσσα του, με τη σκέψη ότι ίσως έτσι βοηθήσει τη μνήμη του ή έστω κάποια σπαράγματά της να επανέλθουν· είναι προφανές ότι ελπίζει πως, δίνοντας ξανά σ’ αυτόν τον Sampo Karjalainen τη γλώσσα του, την ταυτότητά του, την πατρίδα του, θα μπορέσει κι ο ίδιος με ένα τρόπο να ξανασυνδεθεί με τη Φινλανδία. Ο Friari σύντομα στέλνει τον Sampo στη Φινλανδία· εκεί, φιλοξενείται σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, βελτιώνει τα φινλανδικά του με την βοήθεια ενός ιερωμένου φανατικού της φινλανδικής γλώσσας και προσπαθεί απεγνωσμένα να ξαναβρεί την ταυτότητά του, όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά. Σ’ ένα τετράδιο σημειώνει σκέψεις για όσα του συμβαίνουν, καθώς και λέξεις, γραμματικούς κανόνες κ.λπ., ενώ οι Ρώσοι πλησιάζουν.
Σχεδόν απ’ την αρχή, ο αναγνώστης μαθαίνει ότι η κατάληξη του Sampo θα είναι τραγική: ο Friari μας πληροφορεί ότι αυτό που διαβάζουμε ως ημερολόγιο του Sampo στην πραγματικότητα απλώς βασίζεται στο τετράδιό του, με διορθώσεις, συμπληρώσεις και υποθέσεις του γιατρού όταν όλα έχουν πια κριθεί. Στα κείμενα του ημερολογίου παρεμβάλλεται η αφήγηση του Friari, καθώς και μερικές επιστολές που έγραψε στον Sampo μια νοσοκόμα η οποία συνδέθηκε πρόσκαιρα μαζί του.
Το New Finnish Grammar του Diego Marani (2011, μετάφραση: Judith Landry· η έκδοση στα ιταλικά: Nuova grammatica finlandese, 2000) σου κινεί το ενδιαφέρον ήδη από τον περίεργο, αντιλογοτεχνικό θα έλεγε κανείς, τίτλο του· τα βασικά κι αλληλοσυνδεόμενα ζητήματα του βιβλίου είναι η ταυτότητα και η γλώσσα. (Ο Marani είναι γλωσσολόγος, και όταν δούλευε μεταφραστής στο συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επινόησε την ευρωπάντο, την ευρωπαϊκή εσπεράντο.) Η αγγλική μετάφραση του ιταλικού πρωτότυπου κυκλοφόρησε από τον γνωστό εκλεκτικό οίκο Dedalus (φαν φακτ: υπάρχει και Daedalus Publishing, στις ΗΠΑ όμως, και ειδικεύεται στην ερωτική λογοτεχνία) και οι κριτικοί άρχισαν να παραληρούν. Αυτό δεν θα αρκούσε για να το διαβάσω, όμως άκουσα τα καλύτερα από άλλη αναγνώστρια οπότε ξύπνησε η φωνούλα μέσα μου: γιου νιντ του νόου. Έτσι βρέθηκα να διαβάζω μια ερωτική επιστολή προς τη φινλανδική γλώσσα (και σε δεύτερο επίπεδο στη γλώσσα γενικότερα), γραμμένη στα ιταλικά, και μεταφρασμένη στα αγγλικά - πράγμα που υποθέτω ότι στον Marani θα αρέσει πολύ σαν ιδέα. (Αν και δημιουργείται ένα μικρό θεματάκι: συζητιούνται εκτεταμένα κανόνες, ιδιοτροπίες και φαινόμενα μιας γλώσσας που η συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωστών δεν γνωρίζει, άρα είναι δύσκολο να καταλάβει αυτή τη συζήτηση σ’ όλη την έκτασή της, κι ακόμα χειρότερα η έκδοση -ίσως εσκεμμένα, δεν ξέρω- δεν βοηθά ιδιαίτερα ως προς αυτό: φινλανδικές λέξεις, ακόμα κι ένα ολόκληρο τραγούδι που παρατίθεται στο βιβλίο, δεν μεταφράζονται ούτε καν σε μία υποσημείωση· αλλού, μετά από έναν διάλογο, γίνονται κάποιες παρατηρήσεις σε λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, οι οποίες όμως πέφτουν στο κενό, αφού δεν υπάρχει μια επισήμανση του σε ποιες αγγλικές λέξεις του διαλόγου αντιστοιχούν οι φινλανδικές - ο διάλογος προφανώς είναι στα αγγλικά, οι παρατηρήσεις όμως γίνονται για τα φινλανδικά.)
Το βιβλίο είναι γεμάτο ενδιαφέρουσες και γόνιμες παρατηρήσεις όσον αφορά τη γλώσσα (ναι, ψοφάω για βιβλία περί γλώσσας - είναι ένας από τους λόγους που διαβάζω Βασίλη Αλεξάκη), τη μνήμη, τον τρόπο που οι αναμνήσεις δίνουν στον εαυτό μας σχήμα, και το ζήτημα της αμνησίας, του τι λογής άνθρωπος μπορεί να είναι κανείς, τι συναίσθηση του εαυτού του μπορεί να έχει χωρίς μνήμες και χωρίς γλώσσα είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρον κι αυτό· αν ξεπεράσει κανείς την δημοφιλή αλλά λαθεμένη και σχεδόν καρτουνίστικη απεικόνιση της αμνησίας που έρχεται και παρέρχεται με χτυπήματα στο κεφάλι και προσπαθήσει ν’ αντιμετωπίσει την αμνησία ως αυτό που είναι, έχει υλικό για υπαρξιακό θρίλερ (θυμίζω το Man Walks Into a Room της Nicole Krauss και τον Αγαπημένο μαθηματικό τύπο του καθηγητή της Yōko Ogawa, πετυχημένες μυθιστορηματικές απεικονίσεις της αμνησίας κατά τη γνώμη μου) και ο Marani το εκμεταλλεύεται (ως προς το θέμα της γλώσσας με τσίγκλιζε κάτι διαρκώς αλλά δεν προλαβαίνω τώρα ν’ ανατρέξω σε όλον τον Sacks για να το θυμηθώ) - όμως, υπάρχει ένα λάθος ήδη από την κατασκευή του βιβλίου, πράγμα που εμένα τουλάχιστον δεν μ’ άφησε να παρασυρθώ από το πολύ ωραίο κείμενο.
Όπως είπα και παραπάνω, ο Sampo είναι ένας άνθρωπος χωρίς μνήμη και γλώσσα που αναγκάζεται να μάθει τα φινλανδικά απ’ την αρχή· καθώς προχωράει το βιβλίο, διαρκώς μιλά για τη δυσκολία του να μιλήσει φινλανδικά, να επικοινωνήσει με άλλους σ’ αυτή τη γλώσσα· ο ίδιος ο Friari σημειώνει πολύ νωρίς ότι τα γραπτά του Sampo είναι εξαιρετικά δυσνόητα, με τις ημερολογιακές καταγραφές να μπλέκονται με ασκήσεις γραμματικής κ.λπ., και προσπάθησε πάρα πολύ να τα βάλει σε τάξη και να τα διορθώσει σε μια συνεκτική και εύληπτη αφήγηση. Όμως μου ήταν πολύ δύσκολο να πειστώ από τις περιγραφές της γλωσσικής δυσκολίας του Sampo, ακριβώς επειδή μ’ αυτή την τακτική έμειναν απλώς περιγραφές: τα ημερολόγιά του είναι πολύ καλογραμμένα, οι διάλογοι κάνουν λόγο για μια γλωσσική δυσκολία που όμως δεν φαίνεται, τα παραληρήματα του ιερωμένου που υποτίθεται ότι ο Sampo δεν τα καταλαβαίνει λέξη προς λέξη παρατίθενται αναλυτικότατα, η κατανόησή του για τ’ ανθρώπινα ήδη πριν αποκτήσει γλωσσικά εργαλεία μοιάζει να είναι γλωσσική· τελικά, η σύμβαση του βιβλίου, ότι δηλαδή διαβάζουμε το ημερολόγιο διορθωμένο σε μια γλωσσικά άρτια μορφή από τον Friari, υποσκάπτει την ίδια την ουσία του. Όσο κι αν προσπάθησα να αναστείλω τη δυσπιστία μου και να προχωρήσω με τους όρους του συγγραφέα, δεν τα κατάφερα - διαρκώς σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να διαβάσω έστω μερικές σελίδες του ημερολογίου του Sampo ακριβώς όπως γράφτηκαν· ότι θα προτιμούσα η αφήγηση να ξεδιπλωθεί με ένα λιγότερο συμβατικό, σχηματικό, εύκολο, όπως θέλετε πείτε το τέχνασμα. Η μικρή αναγνωστική μου πείρα μού έχει δείξει ότι υπάρχουν τρόποι να δείξει ο συγγραφέας τα όρια της γλώσσας, να τα υπερβεί, να ενσωματώσει στο έργο του μέχρι και τη σιωπή· ακόμα και λευκές σελίδες, διαγραφές, αριθμοί και μουτζούρες μπορούν να λειτουργήσουν οργανικά μέσα σε μια αφήγηση και να τη γεμίσουν νόημα όταν οι λέξεις δεν αρκούν να το αποδώσουν. (Θυμάμαι, για παράδειγμα, ολόκληρες σελίδες από το Extremely Loud & Incredibly Close του Jonathan Safran Foer όπου ο βουβός ήρωας προσπαθεί να τηλεφωνήσει στη γυναίκα του, με την οποία έχουν χρόνια να επικοινωνήσουν: αδυνατώντας να πει λέξεις, πατά τους αριθμούς που αντιστοιχούν στα γράμματα που τις σχηματίζουν - ολόκληρες σελίδες με αριθμούς επί αριθμών. Φυσικά, η γυναίκα δεν καταλαβαίνει τίποτε, ακούει μόνο το διαρκές πάτημα των κουμπιών· όμως μ’ αυτό το τέχνασμα ο αναγνώστης μπορεί να δει μπροστά του όλο το μέγεθος της δυσκολίας τής επικοινωνίας μεταξύ αυτών των δύο - ο αναγνώστης της αγγλικής έκδοσης, δατ ιζ, διότι στην ελληνική έκδοση όλες αυτές οι σελίδες με τους αριθμούς μυστηριωδώς συμπτύχθηκαν σε μερικές αράδες, χωρίς, απ’ ό,τι θυμάμαι -κι αν θυμάμαι λάθος, παρακαλώ διορθώστε με-, να υπάρχει μια υποσημείωση έστω που να επισημαίνει την περικοπή και να την αιτιολογεί.) Θέλω να πω, όταν όλο το πόιντ του βιβλίου είναι ότι ο ήρωας δεν έχει μνήμες, δεν έχει καν επαρκή γλωσσικά εργαλεία για να επικοινωνήσει και να συγκροτήσει την ταυτότητά του, περιμένω αυτό να φαίνεται και στον τρόπο που επικοινωνεί· μια θαυμάσια και γλωσσικά επαρκέστατη πρωτοπρόσωπη αφήγηση δεν με πείθει. Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι αναγνώστες απλώς αποφάσισαν να παίξουν με τους όρους του συγγραφέα -αν επισήμαναν καν τον σκόπελο-, και ίσως καλά έκαναν, γιατί αυτή η δυσπιστία μου αφαίρεσε αρκετή από τη γοητεία του βιβλίου.
Έχω να κάνω μια ακόμα επισήμανση του στιλ αν-δεν-το-πω-θα-σκάσω, νομίζω όμως ότι εδώ φλερτάρω επικίνδυνα με το σπόιλερ (τι φλερτάρω, δηλαδή, μιλάμε για ολοκληρωμένη σχέση) οπότε, όσοι δεν θέλετε σπόιλερ, καλό θα ήταν να μην διαβάσετε παρακάτω. (Μπορείτε, όμως, να διαβάσετε αυτό εδώ το άρθρο και να επανεξετάσετε το όλο θέμα των σπόιλερ.) Οι υπόλοιποι μπορείτε να συνεχίσετε μετά το γκρι, νο-νόνσες εξώφυλλο του βιβλίου:
Χίαρ μπι σπόιλερς. Γιουβ μπιν γουόρντ.
Στη Φινλανδία, ο Sampo Karjalainen ανακαλύπτει ότι δεν είναι ο Sampo Karjalainen: αρχικά αναζητά την ταυτότητά του στα στρατολογικά αρχεία, όμως απ’ ό,τι φαίνεται το όνομα αυτό είναι για τους Φινλανδούς περίπου ό,τι είναι για εμάς το Γιάννης Παπαδόπουλος: χωρίς κανένα άλλο στοιχείο, λοιπόν, δεν γίνεται να εντοπίσουν ποιος Sampo Karjalainen μπορεί να είναι ο ήρωας. Κάποτε, όμως, ο ήρωας μαθαίνει για μια οικογένεια που πενθεί τον γιο της, τον Sampo Karjalainen, και όλα δείχνουν να ταιριάζουν. Όταν πηγαίνει να τους επισκεφτεί, ανακαλύπτει ότι δεν πρόκειται για την οικογένειά του. Κι ενώ πια μοιάζει να ξέρει ότι δεν είναι αυτός που του παρουσίασαν ότι είναι, δεν γίνεται ξανά λόγος γι’ αυτή την τόσο σημαντική επίσκεψη και την επίδρασή της στον ψυχισμό του (που σίγουρα είναι μεγάλη, αφού κατά κάποιο τρόπο τού αφαιρεί το κουρελάκι που είχε για ταυτότητα). Φυσικά, το ότι ο ήρωας δεν είναι ο Sampo Karjalainen, δεν είναι καν Φινλανδός, είναι, νομίζω, πολύ εύκολο να το καταλάβει κανείς από την αρχή, ούτως ή άλλως, γι’ αυτό και δυσκολεύομαι να διαβάσω το τέλος ως ανατρεπτικό.

0 κρα:
Δημοσίευση σχολίου