Όπως πολύ καλά θυμάται το αφοσιωμένο, αξιαγάπητο και οπωσδήποτε προσεκτικό αναγνωστικό μου κοινό (χαρ χαρ χαρ), το A Visit from the Goon Squad της Jennifer Egan μπήκε στη λίστα με τα αγαπημένα μου του 2010 αλλά λόγω έλλειψης χρόνου, άλλων ενασχολήσεων, ανάδρομου Ερμή και αποστασιοποίησης από το μπλογκ η γιορς τρούλι δεν του αφιέρωσε ποστ. Λίγο καιρό μετά, η Egan κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ αλλά και το βραβείο του Εθνικού Κύκλου Βιβλιοκριτικών (αν υπάρχει πιο δόκιμη μετάφραση του National Book Critics’ Circle Award, διορθώστε με στα σχόλια) [1]. Eλπίζω αυτές οι τιμές να έκαναν τη θλίψη της για την απουσία δικού μου ποστ κάπως πιο υποφερτή.
Δύο πράγματα κυριαρχούν στο βιβλίο της: το πέρασμα του χρόνου (που μπορεί να μοιάζει με μια γραμμή, αλλά δεν είναι) και η μουσική. Βασικός χαρακτήρας, όσο μπορεί να υπάρχει βασικός χαρακτήρας σ’ ένα τέτοιο βιβλίο, είναι ο Bennie Salazar, ένα πανκιό που μεγαλώνοντας γίνεται μάνατζερ. Τριγύρω του περιφέρονται ένα σωρό ενδιαφέροντες χαρακτήρες και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο η Egan περνάει από την οπτική γωνία του καθενός - κάθε κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί και σαν ξεχωριστό διήγημα με άλλον πρωταγωνιστή κάθε φορά: η διαφοροποίηση δεν αφορά μονάχα την εστίαση, αλλά και τον χρόνο (διαφορετικός για κάθε διήγημα) και την τεχνική, με την Egan να δοκιμάζει από δευτεροπρόσωπη αφήγηση μέχρι PowerPoint (το τελευταίο διήγημα/κεφάλαιο, δε, είναι ένα φουτουριστικό κομψοτέχνημα που μπορείς να το βάλεις δίπλα στο τέλος του Super Sad True Love Story του Shteyngart και να τα διαβάσεις παράλληλα, με τη διαφορά ότι τον Shteyngart τον ενδιαφέρει η λογοτεχνία, ενώ την Egan η μουσική).
Δύο πράγματα κυριαρχούν στο βιβλίο της: το πέρασμα του χρόνου (που μπορεί να μοιάζει με μια γραμμή, αλλά δεν είναι) και η μουσική. Βασικός χαρακτήρας, όσο μπορεί να υπάρχει βασικός χαρακτήρας σ’ ένα τέτοιο βιβλίο, είναι ο Bennie Salazar, ένα πανκιό που μεγαλώνοντας γίνεται μάνατζερ. Τριγύρω του περιφέρονται ένα σωρό ενδιαφέροντες χαρακτήρες και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο η Egan περνάει από την οπτική γωνία του καθενός - κάθε κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί και σαν ξεχωριστό διήγημα με άλλον πρωταγωνιστή κάθε φορά: η διαφοροποίηση δεν αφορά μονάχα την εστίαση, αλλά και τον χρόνο (διαφορετικός για κάθε διήγημα) και την τεχνική, με την Egan να δοκιμάζει από δευτεροπρόσωπη αφήγηση μέχρι PowerPoint (το τελευταίο διήγημα/κεφάλαιο, δε, είναι ένα φουτουριστικό κομψοτέχνημα που μπορείς να το βάλεις δίπλα στο τέλος του Super Sad True Love Story του Shteyngart και να τα διαβάσεις παράλληλα, με τη διαφορά ότι τον Shteyngart τον ενδιαφέρει η λογοτεχνία, ενώ την Egan η μουσική).
Η φωτογραφία της Jennifer Egan από εδώ, όπου μπορείτε να διαβάσετε και μια συνέντευξή της.
Όλα αυτά όμως γίνονται πολύ ομαλά, χωρίς να σου δημιουργείται η εντύπωση ότι η συγγραφέας απλώς σου πετάει τρικ ως χάντρες και καθρεφτάκια για να σε εντυπωσιάσει, και χωρίς να δημιουργούνται παραφωνίες: κάθε κεφάλαιο/διήγημα δένει πολύ αρμονικά με το σύνολο, ακόμα κι αν μερικά κεφάλαια/διηγήματα είναι πιο πετυχημένα από άλλα, και πέρα από την ξεχωριστή υπόθεση του κάθε διηγήματος συγκροτείται ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο του Salazar καθώς μεγαλώνει, μέσα από τα μάτια των ανθρώπων με τους οποίους συναντήθηκε σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του.
Με τα λόγια του (αγαπάμε) Ron Charles, που είναι λιγότερο ανεκτικός σε μεταμοντερνιές απ’ τη γιορς τρούλι:
Με τα λόγια του (αγαπάμε) Ron Charles, που είναι λιγότερο ανεκτικός σε μεταμοντερνιές απ’ τη γιορς τρούλι:
If Jennifer Egan is our reward for living through the self-conscious gimmicks and ironic claptrap of postmodernism, then it was all worthwhile. Her new novel, A Visit From the Goon Squad, is a medley of voices -in first, second and third person- scrambled through time and across the globe with a 70-page PowerPoint presentation reproduced toward the end.
I know that sounds like the headache-inducing, aren’t-I-brilliant tedium that sends readers running to nonfiction, but Egan uses all these stylistic and formal shenanigans to produce a deeply humane story about growing up and growing old in a culture corroded by technology and marketing. And what’s best, every movement of this symphony of boomer life plays out through the modern music scene, a white-knuckle trajectory of cool, from punk to junk to whatever might lie beyond. My only complaint is that A Visit From the Goon Squad doesn’t come with a CD.
Βασική επιρροή, σύμφωνα με την Egan, είναι ο Proust, όμως το βιβλίο καταφέρνει έναν ωραίο συγκερασμό του λίτεραρι με το ποπ (άλλη επιρροή, άλλωστε, είναι η σειρά The Sopranos): κοινώς, δεν περιφέρεται με στραμπουληγμένη μούρη προσπαθώντας να αποδώσει την βαθιά θλίψη αλλά και τον αποτροπιασμό του διανοούμενου -του σοβαρού διανοούμενου!- μπροστά στην ανθρώπινη συνθήκη. Είναι ένα βιβλίο σοβαρό χωρίς να γίνεται βαρύ, διασκεδαστικό χωρίς να γίνεται λάιτ και φτηνό, και, αν και δύσκολο ως κατασκευή, είναι τόσο καλοεκτελεσμένο που η δυσκολία αυτή δεν φαίνεται πουθενά: η Egan δεν χάνει ποτέ τον βηματισμό ή τον προσανατολισμό της, βοηθώντας έτσι και τον αναγνώστη να το παρακολουθήσει εξαιρετικά ευχάριστα.
Το μόνο που με ενόχλησε ήταν ότι το κατά τα άλλα πανέμορφο ως έκδοση βιβλίο είχε μια μάλλον περίεργη μυρωδιά - ίσως εξαιτίας του υλικού του ντασττζάκετ, δεν ξέρω.
[1] Πράγμα, από ό,τι φαίνεται, τουλάχιστον εξωφρενικό σε μια χρονιά που η κυριαρχία του Jonathan Franzen έμοιαζε απόλυτη: χαρακτηριστικά, σύμφωνα με την εφημερίδα Los Angeles Times, η είδηση δεν ήταν ότι η Egan κέρδισε το βραβείο, αλλά ότι ο Franzen το έχασε, με αποτέλεσμα το σχετικό άρθρο να τιτλοφορηθεί Egan beats Franzen και να εικονογραφηθεί με φωτογραφία όχι της νικήτριας (το βιβλίο της οποίας δεν κατονομάζεται καν στην εισαγωγή, σε αντίθεση με του Franzen), αλλά του ηττημένου, λες και ο Franzen είχε ήδη τσεπώσει το βραβείο και η άλλη -η τσούλα!- του το έκλεψε μέσα από την τσέπη ή κάτι τέτοιο (φυσικά, ακολούθησε ένας μικρούλης χαμός, μια γεύση του οποίου μπορείτε να πάρετε κλικάροντας εδώ, εδώ κι εδώ). Δεν ξέρω αν θα αρχίσω να αυτομαστιγώνομαι μετανιωμένη για τους δισταγμούς μου (αντερστέιτμεντ, άι νόου) όταν διαβάσω επιτέλους τον Franzen, αν θα συρθώ μέχρι το φτωχικό του για να του μυρώσω τα πόδια με τα μαλλιά μου, αν θα συντάξω μια χειμαρρώδη απολογία εδώ στο μπλογκ, πάντως όπως και να έχει αυτή τη στιγμή μου κάνει πολύ υπερβολικός αυτός ο συλλογικός οργασμός που επικρατεί για την πάρτη του οπότε το ότι έχασε το βραβείο -και από γυναίκα! ο δε χόρορ!- δεν με πολυπείραξε (στο κάτω-κάτω, ένα σωρό σπουδαίοι συγγραφείς έχουν χάσει βραβεία κατά καιρούς - εκεί στο Μπούκερ ακούτε; θα αρχίσω να σας στέλνω φωτογραφίες του David Mitchell κάθε μα κάθε μέρα, λέμε). Βαριέμαι να εξηγώ τώρα, είναι καλοκαίρι, είμαι σε άδεια, συμπαθάτε με, όμως, όπως έλεγα και στο προηγούμενο ποστ με αφορμή το τελευταίο βιβλίο της Siri Hustvedt, θεωρώ ότι από μόνο του το γυναικείο όνομα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου χρωματίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για το περιεχόμενο (σας παραπέμπω στον φανταστρουμφικό Percival Everett που τα λέει μια χαρά για το θέμα με αφορμή το Freedom, που όπως ίσως θυμάστε έχει βρεθεί στο επίκεντρο της σχετικής συζήτησης πολύ πριν την βράβευση της Egan). Δεν πάω να παρουσιάσω το A Visit from the Goon Squad αδικημένο, προς θεού: μια χαρά χάιπ δημιουργήθηκε γύρω του, μια χαρά το στήριξε και η κριτική (δικαίως, κατά τη γνώμη μου). Και πάλι όμως, πλησιάζοντας τα βραβεία, το φαβορί εξακολουθούσε να είναι ο Franzen. Ίσως επειδή το βιβλίο του είναι καλύτερο, θα μου πείτε. Ξέρετε κάτι; Ενδεχομένως και να είναι (θα έχω γνώμη όταν το διαβάσω). Όμως όσο κανένας δεν τολμά να προτείνει το ενδεχόμενο ένα Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα (για μένα αυτή η περιγραφή δεν πολυέχει νόημα και χωρά πολλή συζήτηση, αλλά είναι το ιερό δισκοπότηρο μιας μερίδας της κριτικής και αυτό δεν γίνεται να το αγνοήσεις) να φέρει γυναικεία υπογραφή, όσο το πώς θα μιλήσεις για το μυθιστόρημα μιας γυναίκας χρωματίζεται περισσότερο από το φύλο, και λιγότερο από το περιεχόμενό του, κι όσο η αποτίμηση της αξίας ενός βιβλίου είναι πιο γενναιόδωρη όταν η υπογραφή είναι αντρική, θα μου επιτρέψετε να ισχυρίζομαι ότι Franzen και Egan δεν αγωνίζονται επί ίσοις όροις.
Το μόνο που με ενόχλησε ήταν ότι το κατά τα άλλα πανέμορφο ως έκδοση βιβλίο είχε μια μάλλον περίεργη μυρωδιά - ίσως εξαιτίας του υλικού του ντασττζάκετ, δεν ξέρω.
Δε βέρντικτ:
[1] Πράγμα, από ό,τι φαίνεται, τουλάχιστον εξωφρενικό σε μια χρονιά που η κυριαρχία του Jonathan Franzen έμοιαζε απόλυτη: χαρακτηριστικά, σύμφωνα με την εφημερίδα Los Angeles Times, η είδηση δεν ήταν ότι η Egan κέρδισε το βραβείο, αλλά ότι ο Franzen το έχασε, με αποτέλεσμα το σχετικό άρθρο να τιτλοφορηθεί Egan beats Franzen και να εικονογραφηθεί με φωτογραφία όχι της νικήτριας (το βιβλίο της οποίας δεν κατονομάζεται καν στην εισαγωγή, σε αντίθεση με του Franzen), αλλά του ηττημένου, λες και ο Franzen είχε ήδη τσεπώσει το βραβείο και η άλλη -η τσούλα!- του το έκλεψε μέσα από την τσέπη ή κάτι τέτοιο (φυσικά, ακολούθησε ένας μικρούλης χαμός, μια γεύση του οποίου μπορείτε να πάρετε κλικάροντας εδώ, εδώ κι εδώ). Δεν ξέρω αν θα αρχίσω να αυτομαστιγώνομαι μετανιωμένη για τους δισταγμούς μου (αντερστέιτμεντ, άι νόου) όταν διαβάσω επιτέλους τον Franzen, αν θα συρθώ μέχρι το φτωχικό του για να του μυρώσω τα πόδια με τα μαλλιά μου, αν θα συντάξω μια χειμαρρώδη απολογία εδώ στο μπλογκ, πάντως όπως και να έχει αυτή τη στιγμή μου κάνει πολύ υπερβολικός αυτός ο συλλογικός οργασμός που επικρατεί για την πάρτη του οπότε το ότι έχασε το βραβείο -και από γυναίκα! ο δε χόρορ!- δεν με πολυπείραξε (στο κάτω-κάτω, ένα σωρό σπουδαίοι συγγραφείς έχουν χάσει βραβεία κατά καιρούς - εκεί στο Μπούκερ ακούτε; θα αρχίσω να σας στέλνω φωτογραφίες του David Mitchell κάθε μα κάθε μέρα, λέμε). Βαριέμαι να εξηγώ τώρα, είναι καλοκαίρι, είμαι σε άδεια, συμπαθάτε με, όμως, όπως έλεγα και στο προηγούμενο ποστ με αφορμή το τελευταίο βιβλίο της Siri Hustvedt, θεωρώ ότι από μόνο του το γυναικείο όνομα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου χρωματίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για το περιεχόμενο (σας παραπέμπω στον φανταστρουμφικό Percival Everett που τα λέει μια χαρά για το θέμα με αφορμή το Freedom, που όπως ίσως θυμάστε έχει βρεθεί στο επίκεντρο της σχετικής συζήτησης πολύ πριν την βράβευση της Egan). Δεν πάω να παρουσιάσω το A Visit from the Goon Squad αδικημένο, προς θεού: μια χαρά χάιπ δημιουργήθηκε γύρω του, μια χαρά το στήριξε και η κριτική (δικαίως, κατά τη γνώμη μου). Και πάλι όμως, πλησιάζοντας τα βραβεία, το φαβορί εξακολουθούσε να είναι ο Franzen. Ίσως επειδή το βιβλίο του είναι καλύτερο, θα μου πείτε. Ξέρετε κάτι; Ενδεχομένως και να είναι (θα έχω γνώμη όταν το διαβάσω). Όμως όσο κανένας δεν τολμά να προτείνει το ενδεχόμενο ένα Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα (για μένα αυτή η περιγραφή δεν πολυέχει νόημα και χωρά πολλή συζήτηση, αλλά είναι το ιερό δισκοπότηρο μιας μερίδας της κριτικής και αυτό δεν γίνεται να το αγνοήσεις) να φέρει γυναικεία υπογραφή, όσο το πώς θα μιλήσεις για το μυθιστόρημα μιας γυναίκας χρωματίζεται περισσότερο από το φύλο, και λιγότερο από το περιεχόμενό του, κι όσο η αποτίμηση της αξίας ενός βιβλίου είναι πιο γενναιόδωρη όταν η υπογραφή είναι αντρική, θα μου επιτρέψετε να ισχυρίζομαι ότι Franzen και Egan δεν αγωνίζονται επί ίσοις όροις.
Αυτό που επιτυγχάνει η Egan -να δέσει τα διηγήματά της ώστε να διαβάζονται αυτόνομα, αλλά την ίδια στιγμή να είναι ένα σύνολο, να φτιάχνουν ένα μυθιστόρημα που δεν μπατάρει- δεν το καταφέρνει -κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον- εξίσου καλά ο Steven Amsterdam, που με το Things We Didn’t See Coming κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον και έξυπνο αλλά μάλλον άνισο ντεμπούτο. Το βιβλίο (που κυκλοφόρησε στην Αυστραλία, όπου μένει ο Αμερικανός Amsterdam, το 2009, και στις ΗΠΑ και την Αγγλία το 2010) προμοτάρεται σαν μυθιστόρημα, για μένα όμως είναι περισσότερο μια συλλογή στενά δεμένων μεταξύ τους διηγημάτων. Το παράδοξο είναι ότι στη θεωρία, μοιάζει πιο εύκολο για τον Amsterdam να δέσει το υλικό του σ’ ένα ενιαίο σύνολο: τα διηγήματα/κεφάλαιά του έχουν όλα τον ίδιο πρωταγωνιστή και η αφήγηση είναι γραμμική, χωρίς πηγαινέλα στο χρόνο, μόνο με κάποια άλματα προς τα μπροστά, αφού στο επόμενο διήγημα συναντάμε τον ήρωα λίγο αργότερα από όταν τον αφήσαμε στο προηγούμενο.
Ο Amsterdam γράφει μια δυστοπία μεταφέροντάς μας όχι σ’ ένα λιγότερο ή περισσότερο μακρινό μέλλον, αλλά σ’ ένα πολύ διαφορετικό παρόν. Αφετηρία του είναι η τελευταία μέρα του 1999 και κεντρική συνθήκη του, ότι όλοι οι φόβοι της ανθρωπότητας μπροστά στην απειλή του ιού της χιλιετίας πραγματοποιήθηκαν. Ο κεντρικός του ήρωας είναι ακόμη παιδί όταν ο τρομοκρατημένος πατέρας του κουβαλάει άρον-άρον την οικογένειά του στους παππούδες που μένουν στην επαρχία· από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, ή μάλλον από διήγημα σε διήγημα, βλέπουμε το παιδί να μεγαλώνει και να περιφέρεται σ’ έναν κατεστραμμένο κόσμο: υπάρχουν προνομιούχες ζώνες, προστατευμένες απ’ τις άλλες· τουλάχιστον μία παράξενη ασθένεια εξαπλώνεται και ερημώνει κάποιες περιοχές· αλλού πέφτει ασταμάτητη βροχή, και εργαζόμενοι του κράτους, μεταξύ των οποίων κι ο ήρωας, πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι για να εξασφαλίσουν ότι και οι τελευταίοι πεισματάρηδες θα σηκωθούν να φύγουν· οι άνθρωποι, γενικά, πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να μετακινηθούν ανά πάσα στιγμή. Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, δεν εκπλήσσει που ο ήρωας δεν είναι υπόδειγμα ηθικής: η προτεραιότητά του είναι να επιβιώσει.
Το βιβλίο είναι γραμμένο με μια απλότητα που το κάνει να κερδίζει σε σκοτεινιά· από την άλλη, ο Amsterdam μοιάζει να έχει αποφασίσει ότι θα αντιμετωπίσει κάθε κατάρα της νέας εποχής που περιγράφει ξεχωριστά σε κάθε διήγημα, κι ίσως αυτός ο διαχωρισμός να συνέβαλε στη δυσκολία μου να δω το βιβλίο ως μυθιστόρημα: μου φάνηκε πολύ αποσπασματικό και, επιπλέον, άνισο, αφού μερικές βινιέτες είναι πολύ καλύτερες από άλλες. (Και, αν και δεν είμαι απολύτως ικανοποιημένη με αυτήν την περιγραφή, περίπου το ίδιο συμβαίνει και με τον ήρωά του: ακολουθώντας την οπτική του μέσα από συγκεκριμένα επεισόδια -των οποίων η σύνδεση περνά σε δεύτερη μοίρα λόγω της αποσπασματικότητας-, χάνουμε το πρόσωπό του. Μπερ ιν μάιντ: γράφοντας αυτά τα ποστ πολύ καιρό αφότου διάβασα τα βιβλία, η κρίση μου επηρεάζεται και από το πόσο και πώς έχει σταθεί το βιβλίο στη μνήμη μου - και ο ήρωας του Amsterdam όσο περνάει ο καιρός μετατρέπεται στο μυαλό μου σε ένα κάπως επίπεδο πλάσμα.)
O Steven Amsterdam. Και δύο κότες. E... Πουτ δε κοτς ντάουν σλόουλι; [pic]
Το βιβλίο είναι γραμμένο με μια απλότητα που το κάνει να κερδίζει σε σκοτεινιά· από την άλλη, ο Amsterdam μοιάζει να έχει αποφασίσει ότι θα αντιμετωπίσει κάθε κατάρα της νέας εποχής που περιγράφει ξεχωριστά σε κάθε διήγημα, κι ίσως αυτός ο διαχωρισμός να συνέβαλε στη δυσκολία μου να δω το βιβλίο ως μυθιστόρημα: μου φάνηκε πολύ αποσπασματικό και, επιπλέον, άνισο, αφού μερικές βινιέτες είναι πολύ καλύτερες από άλλες. (Και, αν και δεν είμαι απολύτως ικανοποιημένη με αυτήν την περιγραφή, περίπου το ίδιο συμβαίνει και με τον ήρωά του: ακολουθώντας την οπτική του μέσα από συγκεκριμένα επεισόδια -των οποίων η σύνδεση περνά σε δεύτερη μοίρα λόγω της αποσπασματικότητας-, χάνουμε το πρόσωπό του. Μπερ ιν μάιντ: γράφοντας αυτά τα ποστ πολύ καιρό αφότου διάβασα τα βιβλία, η κρίση μου επηρεάζεται και από το πόσο και πώς έχει σταθεί το βιβλίο στη μνήμη μου - και ο ήρωας του Amsterdam όσο περνάει ο καιρός μετατρέπεται στο μυαλό μου σε ένα κάπως επίπεδο πλάσμα.)
Among these stories there are clear stand-outs. “The Theft That Got Me Here” is a tautly written tale of escape, marital love and homecoming; “Dry Land”, in which a drunk mother and her 17-year-old daughter reach a harrowing crossroads, is tender, brutal, and unnerving; while “Predisposed” features a teenager who is treated as a god but is full of bile and bemusement. These stories deal with the facts of living even though the world outside seems to be dying.
Yet there are too many others that don’t quite convince, and Amsterdam’s talent for voice and telling detail feels somewhat thrown away on sketchy political plots and pointless ménages-à-trois.
Παρόλα αυτά, το βιβλίο έχει εξαιρετικές στιγμές και δείχνει έναν συγγραφέα με πολλές δυνατότητες και προοπτικές εξέλιξης, οπότε...
Δε βέρντικτ:
Άλλο πολυσυζητημένο βιβλίο, κι αυτό ντεμπούτο: The Imperfectionists του Tom Rachman (2010). Στην εποχή της παρακμής της έντυπης εφημερίδας, ο γεννημένος στην Αγγλία και μεγαλωμένος στον Καναδά Rachman εμφανίζεται με ένα βιβλίο για μια ιστορική αγγλόφωνη εφημερίδα της Ρώμης - καθόλου τυχαία, αφού έχει πολλά χρόνια πείρας στον τύπο (ως ανταποκριτής του Associated Press, για παράδειγμα).
Όταν το βιβλίο ξεκινά, η εφημερίδα βρίσκεται σε παρακμή: το αναγνωστικό κοινό της συρρικνώνεται και η επιλογή να μην έχει διαδικτυακή παρουσία αποδεικνύεται λαθεμένη, μετατρέποντάς την σε απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Πώς ζεις ως εφημεριδάς σε μια εποχή που η εφημερίδα πεθαίνει;
Όπως η Egan και ο Amsterdam, έτσι κι ο Rachman οργανώνει το βιβλίο του σε κεφάλαια που μπορούν να διαβαστούν και σαν αυτόνομα διηγήματα, και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο περνά σε διαφορετικό χαρακτήρα: όλοι τους έχουν σχέση με την εφημερίδα - διορθωτές, ανταποκριτές, ακόμα και μια αναγνώστρια. Επιπλέον, όμως, μεταξύ αυτών των κεφαλαίων παρεμβάλλεται και μια συνεχής αφήγηση (με πλάγια γράμματα) που αφορά τον ιδρυτή της εφημερίδας, Cyrous Ott, και την οικογένειά του - αφήγηση που λειτουργεί ως συνδετικός ιστός.
Όπως η Egan και ο Amsterdam, έτσι κι ο Rachman οργανώνει το βιβλίο του σε κεφάλαια που μπορούν να διαβαστούν και σαν αυτόνομα διηγήματα, και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο περνά σε διαφορετικό χαρακτήρα: όλοι τους έχουν σχέση με την εφημερίδα - διορθωτές, ανταποκριτές, ακόμα και μια αναγνώστρια. Επιπλέον, όμως, μεταξύ αυτών των κεφαλαίων παρεμβάλλεται και μια συνεχής αφήγηση (με πλάγια γράμματα) που αφορά τον ιδρυτή της εφημερίδας, Cyrous Ott, και την οικογένειά του - αφήγηση που λειτουργεί ως συνδετικός ιστός.
Δυναμωμένος από την έγκριση της Μ., o Rachman ατενίζει το μέλλον του με σιγουριά. [pic]
Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα πολλές προσδοκίες από το βιβλίο: φοβόμουν ότι ως πρωτοεμφανιζόμενος ο Rachman θα λύγιζε κάτω από το βάρος του φιλόδοξου εγχειρήματος, όπως επίσης και ότι η όλη (οπωσδήποτε επίκαιρη) υπόθεση με την εφημερίδα θα κατέληγε βαρετή στην ανάπτυξή της. Το πέρασμα, όμως, από χαρακτήρα σε χαρακτήρα σε αντίστιξη με το ιστορικό της οικογένειας λειτουργεί πετυχημένα και δίνει στο βιβλίο έναν καλό ρυθμό· οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντες, όπως και οι ιστορίες τους, και ο τρόπος που όλα αλληλοσυμπληρώνονται για να σχηματίσουν την ευρύτερη εικόνα (επειδή εντέλει κεντρικός πρωταγωνιστής είναι η ίδια η εφημερίδα) είναι εντυπωσιακός.
Όπως και στην περίπτωση του A Visit from the Goon Squad, έτσι κι εδώ, έχουμε ένα βιβλίο άψογα εκτελεσμένο, που παρά την πολύπλοκη κατασκευή του κυλάει σα νεράκι. Να προσθέσω ακόμα ότι οι διάλογοι είναι εξαιρετικοί, και υπάρχουν πολύ όμορφες χιουμοριστικές πινελιές, όπως και βαθιά ανθρώπινες στιγμές χωρίς παρεκτροπές προς το μελό. Κοινώς, ο τύπος τα κατάφερε θαυμάσια - και το επόμενό του βιβλίο θα το διαβάσω με πολύ μεγαλύτερες προσδοκίες από ό,τι αυτό εδώ.
Δε βέρντικτ:









0 κρα:
Δημοσίευση σχολίου