18/7/11

Από το αναγνωστικό ημερολόγιο: Balkan tiger, American alligator

Δύο (αμετάφραστα ακόμα) φαντασμαγορικά βιβλία από νέες συγγράφισσες, εκλεκτές του New Yorker, για να έχετε να πορεύεστε μέσα στον καύσωνα. Είμαι σίγουρη ότι το The Tiger’s Wife κάποιος εκδότης το έχει ήδη τσιμπήσει και ετοιμάζει την ελληνική έκδοση, για το άλλο μυρίζω τα νύχια μου μα δεν μου λένε τίποτα. 
Η Téa Obreht, γεννηθείσα μόλις το 1985 γαμώ τον αντίχριστό μου γαμώ, αφού έφυγε με τους δικούς της από τη βαλκανική πυριτιδαποθήκη (ε; ε; αρ γιου ιμπρέσντ;) και κατέληξε, μέσω Κύπρου και Αιγύπτου, στις ΗΠΑ, κατόρθωσε να μπει ως η νεότερη και η μοναδική που δεν είχε καν εκδώσει βιβλίο στην διαβόητη και μυριοτραγουδισμένη από τις σεπτές επάλξεις του τίμιου αυτού μπλογκ (μισό λεπτό, μου έφεραν τον κουβά για να ξεράσω) λίστα των 20 αξιοπρόσεκτων συγγραφέων κάτω των 40 του New Yorker, έβγαλε με τιμές και δόξες (και μερικές λιποθυμίες, επίσης) το πολυαναμενόμενο ντεμπούτο της, The Tiger’s Wife (2011), και εν συνεχεία ανακηρύχθηκε και η νεότερη έβερ νικήτρια του αμφιλεγόμενου βραβείου Orange, κερδίζοντας ολόκληρη Nicole Krauss, το Great House της οποίας είναι ανώτερο (τουλάχιστον στα δικά μου βασανισμένα ματάκια), αλλά τι να κάνουμε, η Krauss δεν είναι γεννηθείσα το 1985 (αυτό που εννοώ είναι ότι μάλλον η κριτική επιτροπή εντυπωσιάστηκε περισσότερο από την Obreht λόγω ηλικίας και προοπτικών - και επειδή το βιβλίο της είναι τίγκα στο πυροτέχνημα και στον εξωτισμό, πρέπει να πω επίσης)· επιπλέον, η Obreht επικράτησε του βιβλίου-φαινόμενο Room της Emma Donoghue - με άλλα λόγια, το αουτσάιντερ κατατρόπωσε τα φαβορί.

Μαγικός ρεαλισμός αλά μπαλκάνα, που φέρνει στο νου Ζατέλη και Καρνέζη (με δεδομένη, φυσικά, την επίδραση του Gabriel García Márquez, αγαπημένου συγγραφέα της Obreht μαζί με τον T.C. Boyle και την Toni Morrisson), με τρεις ιστορίες, εκ των οποίων οι δύο αφορούν το παρελθόν του παππού της αφηγήτριας, πρωταγωνίστριας στην τρίτη, σύγχρονη ιστορία που λειτουργεί ως συνδετικός ιστός. Η αφηγήτρια είναι νεαρή γιάτρισσα που μαζί με μια φίλη της διασχίζει μια προσφάτως διαμελισμένη από τον πόλεμο χώρα (οκέι, την πρώην Γιουγκοσλαβία, όμπβιουσλι) για να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια στους πρώην συμπατριώτες και νυν εχθρούς. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, πληροφορείται τον θάνατο του παππού της, αλλά αποφεύγει να επιστρέψει στο σπίτι της. Στον προορισμό τους, οι δύο γυναίκες βρίσκουν μια ομάδα ανθρώπων να σκάβουν μανιωδώς ένα αμπέλι για να απαλλαγούν από μια ασθένεια-κατάρα. Στο παρελθόν του (επίσης γιατρού) παππού, διαβάζουμε για έναν τίγρη που τρομοκρατεί ένα χωριό, και για έναν απέθαντο άνθρωπο που έρχεται να σε ενημερώσει για το θάνατό σου.

Οι επικριτές του βιβλίου βρήκαν υπερβολικά έντονη τη διάθεση της Obreht να εντυπωσιάσει, όπως και την επίδραση των μαθημάτων δημιουργικής γραφής - στο ότι, για παράδειγμα, οι αντίπαλες πλευρές δεν κατονομάζονται σε επιδίωξη της παγκοσμιότητας (γνωστή ιστορία, οι Αμερικάνοι μπορούν να γράφουν όσο συγκεκριμένα θέλουν για τις ΗΠΑ χωρίς να προβληματίζονται μήπως, τάχα, δεν αφορούν οι ιστορίες τους τον ξένο αναγνώστη, ενώ όλοι οι υπόλοιποι συγγραφείς πρέπει να αφαιρούν το μπερδέφτικαλ και ανόινγκλι παρτίκιουλαρ κουλέρ λοκάλ για να μην αποθαρρύνουν τον ξένο αναγνώστη που ιδέα δεν έχει για την κάθε κουλτούρα κ.λπ. - μπορείτε αν θέλετε να αγνοήσετε αυτή την παρένθεση, έχω κάτι άλλο στο μυαλό μου που είναι μεγάλη ιστορία να σας το εξηγήσω εδώ, και ας μου πει επιτέλους κάποιος τι διάολο με έχει πιάσει με τις παρενθέσεις σήμερα). Πού και πού, είναι η αλήθεια, φαίνεται μια διάθεση της Obreht να μας τρίψει στα μούτρα ακριβώς πόσο καλή είναι και πόσα μπορεί να κάνει, φέρνοντας αχνά στο νου Jonathan Safran Foer - και έχω την αίσθηση ότι δεν θα ήταν εντελώς άκυρη μια παράλληλη ανάγνωση των ντεμπούτων αυτών των δύο. Από εκεί και πέρα, το ότι δεν κατονομάζονται οι αντίπαλες πλευρές δεν με ενόχλησε - βρήκα ότι έτσι παρουσιάζονται εξίσου αθώες κι ένοχες, αποδίδοντας τις γκρίζες γραμμές του πολέμου· σημαντικότερο ελάττωμα του βιβλίου θεωρώ την (κάπως αδύναμη) σύγχρονη ιστορία, που ενώ είναι ενδιαφέρουσα, ορισμένες φορές μοιάζει να έχει προστεθεί απλώς για να ενώσει κάπως τις άλλες δύο - με άλλα λόγια, πού και πού φαίνονται οι ραφές. Αυτά, βεβαίως, δεν καταστρέφουν το βιβλίο, όμως του αφαιρούν από την συναισθηματική του δύναμη (αυτή η πρόταση θα έπρεπε να έχει και συνέχεια, την οποία όμως βαριέμαι να γράψω, έχει και καύσωνα, λυπηθείτε με).
The Tiger’s Wife contains stories within stories within stories. Did you write it linearly, or write each story and then break them apart? 
I didn’t write it linearly at all. Very early on it became clear there were three story lines that needed to be interwoven. I wrote the parts that interested me the most first, then tried to develop the parts that were necessary but I was not as emotionally invested in later. I wrote the tiger story first—it came from a story for a workshop. The deathless man character had been creeping around in other things I had written, so he came next. Then the present day part with Natalia I wrote last, and I wound up rewriting it almost entirely after I went on a research trip to the Balkans (for a nonfiction magazine piece on vampire legends). I was there in small villages talking to people about something they weren’t comfortable discussing. I was knocking on doors saying, I’ve heard this story about vampires, will you talk about it. It was a clear window onto small village life. It gave me a lot of insight into particulars and details of the region. 
In The Tiger’s Wife we read about a lot of superstitions that might, from an American perspective, seem ridiculous or bizarre. When you were writing this, did you become aware of American rituals or superstitions that seem equally bizarre? 
I guess some of the traditions surrounding holidays here might seem strange. During one of our first Thanksgivings here we had people over and we served ham, which was obviously not right. We thought, what’s the big deal?
Πέρα από τα όποια προβλήματα, όμως, οι ιστορίες του τίγρη και του απέθαντου είναι εκπληκτικές, και αρκετές σελίδες του βιβλίου η μικρή, ταπεινή και διόλου ένδοξη Μ. τις διάβασε πράσινη σαν τον Hulk από τη ζήλια της. Μετά αποφάσισε να φανεί μεγαλόψυχη, αξιοπρεπής, μεγαλειώδης, αγέρωχη, μασίφ όπως πάντα και να πει μια καλή κουβέντα για την Obreht στο μπλογκ της, επειδή προφανώς το κοριτσάκι δεν το στηρίζει κανείς (#not) και χρειάζεται, για να ξανακούσουμε το όνομά της και στο μέλλον, λίγο σπρώξιμο από τη μπλόγκερ που ήθελε να γίνει Harold Bloom αλλά κάτι στράβωσε στη διαδρομή κι έγινε αυτή, τέλος πάντων, της οποίας τα παραληρήματα διαβάζετε.

Θεέ μου, έγραψε για μένα η Μ.! Τι καταξίωση! Πόσο αβάσταχτη η συγκίνηση! [photo]


Στο βιβλίο της Obreht πραγματικό και υπερφυσικό/μαγικό μοιάζουν να συνυπάρχουν αρμονικά· σε δεύτερο επίπεδο, βέβαια, το υπερφυσικό και το μαγικό έρχονται να φιλτράρουν τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και τα μετατρέπουμε σε αφηγήσεις για να ζήσουμε· αντίστοιχα, στο Swamplandia! (2011) της Karen Russell, ο αναγνώστης καταλήγει ότι υπερφυσικός, μαγικός μπορεί να είναι ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα, κι όχι το πώς είναι αυτά στην πραγματικότητα.

Έτερη νεαρή συγγράφισσα με τη σφραγίδα της λίστας του New Yorker, η Russell  (γεννηθείσα το 1981· οκέι, νομίζω ότι έχω συνηθίσει πλέον την ύπαρξη συγγραφέων που γεννήθηκαν το 1981, το 1982, το 1983, βρε αδελφέ· από το 1984 και μετά ένα προβληματάκι το έχω) κάνει με το Swamplandia! το ντεμπούτο της στο μυθιστόρημα (είχε προηγηθεί,το 2006, η συλλογή διηγημάτων St. Lucy’s Home for Girls Raised by Wolves, ιδέες και διηγήματα από την οποία η Russell επεξεργάζεται εκ νέου εδώ) αντλώντας την έμπνευσή της από τα βαλτοτόπια της Φλόριντα όπου μεγάλωσε, στα οποία βαλτοτόπια τοποθετεί το θεματικό πάρκο που δίνει το όνομά του στο βιβλίο.

Κύρια ατραξιόν του πάρκου είναι οι αλιγάτορες με τους οποίους παλεύει και κολυμπά η οικογένεια Bigtree. Τα τρία παιδιά της οικογένειας έχουν μεγαλώσει μέσα στο πάρκο, με τον έξω κόσμο να εισβάλλει στη ζωή τους ως πελάτης/επισκέπτης κυρίως, όμως τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα: η μητέρα, βασική περφόρμερ της Swamplandia, πεθαίνει, ένα καινούργιο, θηριώδες θεματικό πάρκο ανοίγει στη στεριά απέναντι και η πελατεία των Bigtree μειώνεται διαρκώς (μοιραία, φτάνει και η μέρα που δεν υπάρχει πλέον πελατεία)· η μία αδελφή αρχίζει να επικοινωνεί με φαντάσματα και ο μεγάλος αδελφός το σκάει για να δουλέψει στο ανταγωνιστικό πάρκο, ελπίζοντας να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια· και, ενόσω ο πατέρας πηγαίνει στον έξω κόσμο αναζητώντας τρόπους να κάνει τη Swamplandia βιώσιμη, η μεγαλύτερή του κόρη κλέβεται με ένα φάντασμα, αφήνοντας την μικρότερη αδελφή μόνη της.
The Bigtrees are isolated from and insulated against the world, and this makes their island, which is only populated by the family and their alligators, a kind of Eden. But it’s a short-lived one; the story is, as Ava puts it, about their “fall.” Did you intend this as a metaphor for childhood? 
That’s a really beautiful reading. I was definitely thinking in the opening section—it was hard to figure out what the right introduction would be—about how everybody has a dream-bubble memory. Even if it has been edited over time, it’s a beautiful, seamless memory of your best moment in childhood. But there is always a tinge of unreality; it was never so perfect. Even when their mother was alive, Swamplandia! was still a tawdry tourist trap. But the experience of it was like, yeah, this is Eden. A lot of this book grew out of my sense that I had arrived a little late for the party, that a few generations ago was when the skies in Florida were dark with birds, and the Everglades was a wonderland. I grew up in a time when there was an increased consciousness of phosphor solution and development, and adults were reckoning with the past twenty years of development and its consequences. So I think it must always be the case that you are in the shadow of an Eden that was more spectacular than your own. The Bigtree kids grow up hearing about the glory days of their island, which they were not alive for.
Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο παρακολουθούμε πότε τη μικρή αδελφή που ψάχνει την ερωτοχτυπημένη μεγαλύτερη στους βάλτους και πότε τον αδελφό που προσπαθεί να προσαρμοστεί στον έξω κόσμο, έχοντας πια διαπιστώσει ότι η όποια σοφία και γνώση αποκόμισε από την παρατημένη πλωτή βιβλιοθήκη του βάλτου έχει πέραση μόνο εντός των ορίων της Swamplandia.

Η γιορς τρούλι έχει να πει ότι για το πρώτο μέρος του βιβλίου δεν θα έβγαινε και ξυπόλυτη στους δρόμους με σημαία της μια φούστα (εντάξει, μην κάνετε έτσι, σήμερα περνάω τη φάση των παρενθέσεων σε διασταύρωση με τη φάση Πω πω, υπήρχε κάποτε μια τραγουδίστρια που την έλεγαν Καίτη Γαρμπή, τι να γίνεται τώρα αυτή η ψυχή;), στο δεύτερο μέρος, όμως, τα πράγματα αποκτούν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον αφού ο ρυθμός γίνεται γρηγορότερος, οι εικόνες εκπληκτικές κι επικρατεί μια απολαυστική σκοταδίλα. Το τέλος μοιάζει απότομο και εύκολο με την έννοια  του αναληθοφανούς, αν κρίνεις το βιβλίο με όρους της εξωτερικής πραγματικότητας· αν το κρίνεις με τους όρους που το ίδιο το βιβλίο οικοδομεί για την πραγματικότητά του, η επίδραση αυτή μετριάζεται. Το σύνολο είναι εξαιρετικά συμπαθές, έξυπνο και διασκεδαστικό, με χιούμορ, φαντασία και πολύ ενδιαφέρουσα γλώσσα.
The Millions: You’ve received a lot of attention because your sentences are highly literary, musical constructions, but the content of the stories is often genre based, pulling on fantasy and science-fiction. And the emotional lives of the characters feel very real though the specifics of the dilemmas are fantastical. Where does the impulse to mash disparate elements together in your fiction come from? 
Karen Russell: The people I loved reading the best in college were total mash-up artists. Like Junot Diaz, who has this voice-driven, wisecracking, going-to-curse-at-you prose and then he has these lyrical, gorgeous descriptions. Or George Saunders – I owe him a great debt because he showed me you can have really moral, moving stories that are partly a function of how insane and absurd the setting is. That was always what got me most powerfully as a reader: these incongruous pairings. 
It’s also just fun! I had a lot of fun writing Swamplandia! because it felt like I could juggle different kinds of worlds. And I feel like in life we’re all sort of operating in different registers all the time.
Ο Γ., πάλι, δηλώνει εντυπωσιασμένος από τη συλλογή διηγημάτων της και ισχυρίζεται ότι αρνούμαι να βγω στους δρόμους με σημαία μου μια φούστα για πάρτη της επειδή ξόδεψα όλη τη μεγαλοψυχία μου για την Obreht [photo]


Δε βέρντικτ (φορ μποθ):

2 κρα:

Panagiotis είπε...

Διάβασέ το ρε γλυκό πρώτα το St. Lucy και μετά αποφάσισε αν θα βγεις να ανεμίζεις φούστες στην πυρωμένη Αθήνα. Εμένα ο τρόπος με τον οποίο αφήνει κάθε ιστορία ημιτελή μου θύμισε το Bananafish του Salinger. Επίσης, έχει γιγάντια προϊστορικά κοχύλια. Ψήσου.

M είπε...

Ναι βρε, θα το διαβάσω. Προς το παρόν το πρόβλημά μου είναι άλλο: γιατί μου το χάλασες το όνομά σου; Αλλιώς σε έκανα διάσημο εγώ, την κοινωνία μου μέσα, τζάμπα χαλάω τα κρινοδάχτυλά μου να γράφω ολόκληρο το σιδηρόδρομο τόσο καιρό;